|
|
June 10
Ό,τι πιο γλυκό, ερωτικό και αισιόδοξο έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια το τραγούδι "Όσα η αγάπη ονειρεύεται". Από το cd του Αλκίνοου Ιωαννίδη "Ο δρόμος, ο χρόνος και ο πόνος", 1997, PolyGram.
Ολόκληρη η δισκογραφική δουλειά αυτού του δίσκου, σύνθεση - στίχοι, ανήκουν στον ίδιο τον τραγουδοποιό και έχουν αφιερωθεί στον αδελφό του Λίνο Ιωαννίδη. Αν κοιτάξετε προσεκτικά τα εξώφυλλα των δίσκων του, θα παρατηρήσετε ότι έχουν φιλοτεχνηθεί από τον πατέρα του που είναι ζωγράφος.
Γεvvήθηκε στη Λευκωσία τo 1969, όπoυ και μεγάλωσε. Τα πρώτα τoυ καλλιτεχvικά ερεθίσματα τα δέχτηκε από τηv oικoγεvειά τoυ, πoυ εξακoλoυθεί vα είvαι η κύρια πvευματική τoυ πηγή. Παράλληλα με τo σχoλείo φoίτησε στo Ευρωπαϊκό Ωδείo της Κύπρoυ μελετώvτας κλασσική κιθάρα, θεωρητικά και αρμovία.
Τo 1989 ήρθε στηv Αθήvα για σπoυδές στη Δραματική Σχoλή τoυ Εθvικoύ Θεάτρoυ με δασκάλoυς όπως τη Λυδία Κovιόρδoυ και τo Γιώργo Μιχαλακόπoυλo. (Ναι, ήταν ο πιτσιρίκος -τότε- που έπαιζε στο σήριαλ "Τα μπακούρια" με το Δημήτρη Πιατά). To καλoκαίρι τoυ 1993 εμφαvίστηκε με τov Θεατρικό Οργαvισμό Κύπρoυ στo Αρχαίo Θέατρo της Επιδαύρoυ, όπoυ ερμήvευσε τo ρόλo τoυ Μoσχίovα στo έργo "Σαμία" τoυ Μεvάvδρoυ.
Στov ίδιo χώρo, τo καλoκαίρι τoυ 1996 ερμήvευσε τo ρόλo τoυ Απόλλωvα στo έργo "Άλκηστη" τoυ Ευριπίδη, με τo Θέατρo Τέχvης - Κάρoλoς Κoύv.
Εκτός από τις θεατρικές τoυ δραστηριότητες στα 23 τoυ χρόvια κάvει τo vτεμπoύτo τoυ ως τραγoυδιστής με τov δίσκo "Στηv αγoρά τoυ Κόσμoυ" σε εvoρχήστρωση τoυ Τάκη Μπoυρμά. Δύo χρόvια αργότερα, κυκλoφoρεί o δίσκoς "Όπως μυστικά και ήσυχα..." σε εvoρχήστρωση τoυ Γιώργoυ Αvδρέoυ. Οι δύo δίσκoι, πoυ είvαι απoτέλεσμα της φιλίας τoυ Αλκίvooυ Iωαvvίδη με τo συvθέτη Νίκo Ζoύδιαρη, έγιvαv χρυσoί.
Τoυς χειμώvες τωv ετώv 1993-'94 και 1994-'95 εμφαvίστηκε στo "ΧΑΡΑΜΑ" της Καισαριαvής (χώρo πoυ για δεκαετίες είχε φιλoξεvήσει μεγάλoυς εκπρoσώπoυς τoυ Ελληvικoύ τραγoυδιoύ , όπως o Τσιτσάvης, o Παπαϊωάvvoυ και η Μπέλλoυ) με τηv Δήμητρα Γαλάvη, τηv Ελέvη Τσαλιγoπoύλoυ και τov Γεράσιμo Αvδρεάτo. Τα καλoκαίρια τoυ 1994-95 συμμετέχει στις συvαυλίες της Ελευθερίας Αρβαvιτάκη σε όλη τηv Ελλάδα.
Τov Οκτώβριo τoυ 1995 εμφαvίζεται στo Μέγαρo Μoυσικής, στo έργo τoυ Γιάvvη Μαρκόπoυλoυ "Αvαγέvvηση, Κρήτη αvάμεσα σε Βεvετία και Πόλη".
Τo χειμώvα 1995-96 και τo καλoκαίρι της ίδιας χρovιάς περιόδευσε στηv Ελλάδα παρoυσιάζovτας τραγoύδια από τoυς δύo δίσκoυς καθώς και αvέκδoτα δικά τoυ τραγoύδια.
Στις αρχές τoυ 1997 κυκλoφόρησε o τρίτoς πρoσωπικός τoυ δίσκoς με τίτλo "Ο Δρόμoς, o Χρόvoς και o Πόvoς", σε δικoύς τoυ στίχoυς και μoυσική και εvoρχήστρωση από τov ίδιo και τo Γιάvvη Σπάθα.
Tov χειμώvα τoυ 1998 πραγματoπoίησε λίγες εμφαvίσεις στη μoυσική σκηvή "Γραμμές" μαζί με τηv Έλλη Πασπαλά.
Το 1999 κυκλοφορεί έναν νέο προσωπικό δίσκο με τίτλο "Ανεμοδείκτης". Το άλμπουμ περιλαμβάνει τραγούδια σε στίχους και μουσική του ίδιου. Την ίδια χρονιά πραγματοποιεί συναυλίες στο ΓΥΑΛΙΝΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ενώ συμμετέχει στο δίσκο της Ελένης Τσαλιγοπούλου με τίτλο "Αλλάζει κάθε που βραδυάζει". Στις αρχές του 2000 περιοδεύει σε πόλεις της Ελλάδας παρουσιάζοντας τα τραγούδια του νέου του άλμπουμ με μεγάλη επιτυχία.
Φυσικά για το υπέροχο "Οι περιπέτειες ενός ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ" δεν χρειάζονται λεπτομέρειες, καθώς πρόκειται για μια από τις καλύτερες δουλειές σε ποιότητα, ήθος και ψυχή που κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια, με εξαιρετικές ερμηνείες, ουσιαστικούς στίχους και μελωδίες που σε κάνουν να ταξιδεύεις και να γεμίζεις συναισθήματα.
Θέμα: "Όλα μου τ' αύριο και τα χθες στο τώρα θα τα κλείσω". Υπάρχουν στιγμές που κάνω απολογισμό. Απολογισμό ..απόσταση απ' το χθες ..στιγμών και καταστάσεων. Συνήθως το κάνω μετά από μια απογοήτευση. Σπανιότερα (κακώς, γιατί αυτό δεν θα έπρεπε να είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας) κάνω απολογισμό με θέληση νέας αρχής άσχετα με το ποια κατάληξη είχε η τελευταία σελίδα που γύρισα (διευκρινίζω, όχι η τελευταία σελίδα του βιβλίου των στιγμών μου αλλά η τελευταία που γύρισα και έχω ακόμη μπροστά πολλές αδιάβαστες). Νιώθω ικανοποίηση για όλα, άσχημα και όμορφα. Γεμίζω αέρα τα πνευμόνια μου, γυρίζω σελίδα και πλάτη. Προχωράω και καλως ορίζω τις νέες εκπλήξεις που μου επιφυλάσσει ..να' ρθούνε κι άλλες εποχές.. το αύριο. Μα πριν το κάνω ασχολούμαι ..για να μπορέσω να με θες.. με το υπέροχο τώρα.
Εδώ, στο τώρα, σκοπεύω να δωθώ, να αναλωθώ, να παγιδευτώ, να γευτώ και να πάρω ..όλα μου τ' αύριο και τα χθες στο τώρα θα τα κλείσω. Ξέρω πως το σημερινό τώρα, αύριο θα' ναι χθες, μα αυτό δε με στεναχωρεί γιατί είμαι εκ των προτέρων προετοιμασμένη ..να μπορέσω τις πρώτες μας ματιές καινούργιες να στις ξαναδώσω.
Έχω ανάγκη την αισιοδοξία. Να μπω στη βαρκούλα ..όποιος στ' αλήθεια ερωτεύεται κάνει τον πόνο προσευχή.. και να ξενιτευτώ προς άγνωστη κατεύθυνση. Δε με νοιάζει τίποτα, δε με φοβίζει τίποτα. Ούτε ποιος στο τέλος του ταξιδιού θα βγει κερδισμένος στο ζύγι του πάρε - δώσε. Όπου κι αν βγάζει το κάθε βαρκάκι, εγώ θα κινώ κάθε φορά για νέο ταξίδι, χωρίς να με νοιάζει τίποτα.
Σαν ετούτο εδώ το τραγούδι που ταξιδεύει και με ταξιδεύει! May 18
Εύχομαι κανένα παιδί στον κόσμο
να μην αισθανθεί,
μοναξιά, πείνα, κρύο, πόνο και θλίψη.

 

March 28
Vincent van Gogh
30 Μαρτίου 1853 - 29 Ιουλίου 1890
Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ γεννήθηκε στις 30 Μαρτίου 1853 στο ολλανδικό χωριό Ζούντερτ (Zundert) και ήταν ο πρωτότοκος από τα συνολικά οκτώ παιδιά της οικογένειάς του, γιος του πάστορα Θεόδωρου βαν Γκογκ
Ήδη από τα πολύ νεανικά του χρόνια παρουσίασε τάσεις μελαγχολίας και πρώιμα ψυχολογικά προβλήματα.
Ως παιδί ο Βαν Γκογκ ήταν σιωπηλός και είχε κάτι παράξενο στη συμπεριφορά του. Γρήγορα φανέρωσε τον ονειροπόλο και δυσπρόσιτο χαρακτήρα του.
Παρά τη μεγάλη του προσήλωση στην οικογένεια, που η ευαίσθητη φύση του είχε απόλυτη ανάγκη, ο μικρός Βίνσεντ προτιμούσε συχνά να μένει μόνος, κυρίως κατά τους μακρινούς περιπάτους του στις επίπεδες εκτάσεις της Ολλανδικής υπαίθρου.
Του άρεσε να μελετά τα φυτά ή να παρατηρεί τις συνήθειες μικρών εντόμων.
Το μόνο άτομο που του άρεσε να τον συνοδεύει σ´ εκείνους τους περιπάτους ήταν ο κατά τέσσερα χρόνια μικρότερος αδελφός του Τεό, που η συγγενική του ευαισθησία τον έκανε να τον νιώθει κοντά του και με τον οποίο θα διατηρούσε στενές επαφές καθ´ όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Στο σχολείο δεν είχε καλή επίδοση και οι γονείς του ανησυχούσαν. Έτσι σταματά νωρίς τις σπουδές του.
Σε ηλικία 16 ετών και αφού είχε ήδη καταπιαστεί χωρίς επιτυχία με αρκετά επαγγέλματα, ασχολήθηκε για ένα διάστημα με το εμπόριο έργων τέχνης, στην εταιρεία Goupilator & Company, όπου τον επόμενο χρόνο προσελήφθη και ο αδελφός του Τεό βαν Γκογκ (Theo van Gogh).
Ο Βαν Γκογκ δεν ξέρει πολύ καλά τι θα του άρεσε να κάνει αλλά η σίγουρη θέση που του προσφέρει ο θείος του από το Παρίσι σε μια μεγάλη πόλη όπως η Χάγη, υπήρξε γι´ αυτόν μοναδική ευκαιρία
. Πρόκειται για μια αρκετά ταπεινή εργασία: του ζητούσαν απλά και μόνο να συσκευάζει και να στέλνει βιβλία
. Η δουλειά αυτή γίνεται όμως στο εντυπωσιακό περιβάλλον μίας αίθουσας τέχνης που ήταν παράρτημα της Γκαλερί Γκουπίλ του Παρισιού.
Στη Χάγη, ο δεκαεξάχρονος τότε Βαν Γκογκ θα φανερώσει ένα προσόν που διαθέτει σε μέγιστο βαθμό: την ικανότητά του να αφομοιώνει το περιβάλλον που τον περιστοιχίζει χάρις στη μεγάλη ευαισθησία και αντίληψη που διαθέτει
. Καθώς ασχολείται με τα δέματά του, ακούει να μιλάνε για τέχνη, για λογοτεχνία, βλέπει πίνακες, παρατηρεί τις γκραβούρες και τρέφει την αφυπνισμένη περιέργειά του με διάβασμα και συχνές επισκέψεις στα μουσεία
. Άλλωστε, η παιδεία δεν ήταν κενός λόγος στην οικογένειά του. η μητέρα του, η Άννα Κορνηλία Μπαρμπέντους, κόρη ενός βιβλιοδέτη της Αυλής, αγαπούσε το διάβασμα, πολύ περισσότερο απ´ ότι το σύζυγό της, κι είχε μάλιστα κλίση στο σχέδιο
. Ανάμεσα στους προγόνους της οικογένειας βρίσκουμε ακόμη ένα γλύπτη και μερικούς χρυσοχόους.
Το 1873 ο Βαν Γκογκ μεταφέρεται στο λονδρέζικο παράρτημα της Γκαλερί Γκουπίλ. Δέχεται με προθυμία τη μετάθεση αυτή, όχι γιατί πρόκειται για προαγωγή, αλλά γιατί η τυχοδιωκτική ιδιοσυγκρασία του νιώθει πως θα έχει έτσι την ευκαιρία να γνωρίσει καινούργιο περιβάλλον
. Έχει ήδη αποκτήσει μια πρώτη ιδέα για το Λονδίνο από τα βιβλία του Ντίκενς, αλλά η άμεση επαφή είναι κάτι διαφορετικό.
Και στο πρόσωπο αυτού του αλητάκου που περιφέρεται τώρα στους δρόμους του Λονδίνου και συναντά στις πιο άθλιες συνοικίες διαφόρους ανθρώπινους τύπους που ούτε είχε δει ή φανταστεί στο παρελθόν, αναγνωρίζουμε το ίδιο περίεργο και ονειροπόλο αγόρι που περιπλανιόταν στα αποξηραμένα έλη της πατρίδας του.
Όμως ο Βαν Γκογκ δεν είναι πια έφηβος
. Στο Λονδίνο ερωτεύεται την κόρη της σπιτονοικοκυράς του
. Γρήγορα, το αντικείμενο των ονείρων του γίνεται αιτία θλίψης, όταν η Ούρσουλα, ήδη κρυφά αρραβωνιασμένη, αποκρούει γελώντας τον Βαν Γκογκ μετά την εξομολόγησή του
Συντετριμμένος, αποφασίζει να εξαγνίσει τον πόνο του τότε στη θρησκεία και να αφιερωθεί στους άλλους. Στο μεταξύ, η δουλειά του τον φέρνει στο Παρίσι.
Βρισκόμαστε στα 1875, κι ο Βαν Γκογκ θα μπορούσε να είναι περήφανος και ευτυχισμένος που εργάζεται τώρα πλέον στην έδρα της περίφημης Γκαλερί Γκουπίλ.
Στην πραγματικότητα, μπορεί το Παρίσι να τον βοηθήσει να καλλιεργήσει το ενδιαφέρον του για την τέχνη, δε θα καταφέρει όμως να τον βγάλει από μια κρίση τόσο συναισθηματική όσο και υπαρξιακή, εξαιτίας της ευάλωτης φύσης του.
Επισκέπτεται τις εκθέσεις και τα μουσεία, αλλά περνά τον περισσότερο καιρό του κλεισμένος με ένα φίλο στο δωμάτιό του, διαβάζοντας και σχολιάζοντας τη Βίβλο.
Η θρησκεία, μα ιδιαίτερα η ευρύτερη θεολογική περιοχή, τον απασχολούν περισσότερο από καθετί, τον κατατρώγουν σαν ευγενικά πάθη.
Δείχνει ελάχιστο ενδιαφέρον για τη δουλειά του, με αποτέλεσμα να τον απολύσουν ή μάλλον να τον πείσουν να υποβάλει την παραίτησή του
Αυτή τη φορά, δεν ακούει ούτε τον Τεό, τον κατ´ εξοχήν συνομιλητή του, που τον εκλιπαρεί ν´ αφιερωθεί στη ζωγραφική κι όχι στη σωτηρία του κόσμου, νιώθοντας ότι αυτή είναι η πρωταρχική του κλίση
. Παρά τη απόσταση που τους χωρίζει, ο Τεό διατηρεί μια στοργική σχέση με τον Βαν Γκογκ
Εξακολουθούν ν´ αλληλογραφούν, συναντώνται πότε στην πόλη του ενός, πότε στου άλλου, περνούν μαζί τα Χριστούγεννα στο σπίτι του πατέρα τους, σ´ όποιο χωριό υπηρετεί κάθε φορά
. Ο Βαν Γκόγκ συμπληρώνει συχνά τα εμπιστευτικά γράμματα που στέλνει στον αδερφό του, με σχέδια που περιγράφουν τους τόπους και τα πρόσωπα με τα οποία έρχεται σε επαφή, ή μάλλον κοινωνεί, χάρις σ´ αυτή την ικανότητα κι αδυναμία ταυτόχρονα που του επιτρέπει να ιδιοποιείται τη φυσική και ηθική ατμόσφαιρα που τον περιβάλλει και την άποψή του για όλα αυτά. . Ο Βαν Γκογκ ακολουθεί την παρόρμησή του κι επιστρέφει στην Αγγλία.
Προσφέρει τις υπηρεσίες του ως προγυμναστής γαλλικών και γερμανικών σ´ ένα ταπεινό κολέγιο, κατ´ αρχάς στο Κεντ κι έπειτα σε μια φτωχή συνοικία του Λονδίνου.
Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι οι επαφές κι όχι η δουλειά αυτή καθεαυτή, που στην πραγματικότητα δεν κάνει και πολύ καλά, εφόσον οι γλωσσικές του γνώσεις είναι μάλλον ανεπαρκείς
Σημασία για κείνον έχει μόνο μια δευτερεύουσα πλευρά των καθηγητικών του καθηκόντων. Είναι επιφορτισμένος με την είσπραξη των διδάκτρων των μαθητών του κολεγίου
Επισκέπτεται λοιπόν τις οικογένειες και γνωρίζει έτσι τις άθλιες λονδρέζικες συνοικίες του Ιστ Εντ και του Γουάτ Τσάπελ
Η ζωή των εργατών της πρώτης βιομηχανικής χώρας στον κόσμο, στα τέλη του 19ου αιώνα, είναι πολύ σκληρή και σημαδεύει ανεξίτηλα την ψυχή του Βαν Γκογκ.
Ενισχύεται η θέληση του ν´ αφιερωθεί στους ταπεινούς κι απόκληρους.
Γίνεται βοηθός ενός μεθοδιστή ιερέα, του αιδεσιμότατου Τζόουνς και αρχίζει να κηρύττει στο πλευρό του. Σ´ ένα κήρυγμά του διατυπώνει τη θεωρία ότι ο άνθρωπος είναι ξένος πάνω στη γη και η ζωή του ένα ταξίδι που το συνταράζουν θύελλες
Τα αγγλικά του είναι φτωχά, ο δραματικός τόνος της αλήθειας όμως δονεί τα λόγια του, κι αν καταφέρνει να εκφράσει αυτή την αλήθεια, είναι γιατί την έχει δοκιμάσεi στο πετσί του. είναι αυτός ο ίδιος, ο πρώτος ξένος σ´ αυτή τη γη.
Τα λόγια του, αντί ν´ ανακουφίσουν, αναστατώνουν το ακροατήριο των φτωχών στο οποίο απευθύνεται.
Όταν λοιπόν επιστρέφει να περάσει τα Χριστούγεννα του 1878 στο σπίτι των γονιών του στο Έτεν, περνά μια βαθιά κρίση και αναζητά μια δύσκολη ισορροπία
Η οικογένεια αποφασίζει να ικανοποιήσει τη θρησκευτική του κλίση.
Του παρέχει τα μέσα να εγκατασταθεί στο Άμστερνταμ, όπου θα παρακολουθήσει τα μαθήματα της θεολογικής σχολής, κι αν πράγματι το επιθυμεί, την ευκαιρία να γίνει πάστορας σαν τον πατέρα του και τον παππού του
Ο Βαν Γκογκ δοκιμάζει νέα απογοήτευση. Παρουσιάζεται στις εισαγωγικές εξετάσεις τον Ιούλιο και αποτυγχάνει
Αντί να παραιτηθεί, αποφασίζει ν´ ακολουθήσει το δρόμο που διάλεξε στο «μεγάλο σχολείο της φτώχειας». Θα ασκήσει τα καθήκοντά του χωρίς επίσημο τίτλο και για το σκοπό αυτό πηγαίνει στο Λέκεν, κοντά στις Βρυξέλλες, σ´ ένα κέντρο εκπαίδευσης λαϊκών κηρύκων.
Τρεις μήνες αργότερα –βρισκόμαστε στο Νοέμβριο του 1878- αρχίζει να κάνει κηρύγματα στο Μπορινάζ, στο μεταλλευτικό κέντρο του Βελγίου.
Ο Βαν Γκογκ συμμερίζεται σε όλα τον τρόπο ζωής των μεταλλωρύχων
Τα σχέδια που στέλνει με τα γράμματά του στον αδερφό του πληθαίνουν συνέχεια και απεικονίζουν τον κόσμο τους, που τώρα είναι και δικός του κόσμος.
Ο πατέρας του, που νοιάζεται γι´ αυτό το γιό- που κοιμάται κατάχαμα σ´ ένα αχυρόστρωμα και στερείται τα πάντα για να συμπαραστέκεται στους ανίατους ασθενείς-, πηγαίνει να τον συναντήσει.
Και τότε ο Βαν Γκογκ αρχίζει να ασχολείται σοβαρά με τη ζωγραφική Μόλις επιστρέφει στο σπίτι, απλώνει στο χαρτί το περίσσευμα της αγάπης του για τους απόκληρους του κόσμου
Ωριμάζει μέσα του η ιδέα ότι η ζωγραφική μπορεί να γίνει η μοναδική του κατεύθυνση.
Μια «θρησκεία ζωής». Την εποχή εκείνη χρονολογείται και η πρώτη του επαφή με τη Γαλλία.
Ο Βαν Γκογκ πηγαίνει στην Κουριέρ, σ´ ένα μεταλλευτικό κέντρο της Βόρειας Γαλλίας, όπου ζει και ζωγραφίζει ο Μπρετόν, τον οποίο θαυμάζει για το κοινωνικό μήνυμα που περιέχουν οι πίνακές του
. Δε θα τον γνωρίσει όμως ποτέ, γιατί θα αποχωρήσει από εκεί, σαστισμένος εξαιτίας της υπερβολικής κομψότητα του περιπτέρου στο οποίο εργάζεται ο Μπρετόν.
Επιστρέφει έχοντας κρατήσει στο φως των ματιών του και στην ψυχή του την ανάμνηση της διαύγειας του γαλλικού ουρανού.
Εγκαθίσταται στις Βρυξέλλες, όπου αρχίζει να μελετά συστηματικά σχέδιο
Μετά από σύσταση του Τεό, που τον παρακολουθεί από μακριά και τον βοηθά οικονομικά, συναναστρέφεται ένα νεαρό ζωγράφο, τον Άντον Φον Ράπαρντ, μαθητή της Ακαδημίας.
Ο Βαν Γκογκ μαθαίνει μαζί του τους κανόνες της προοπτικής. Γρήγορα οι δύο νέοι συνδέονται φιλικά και ο Βαν Γκοκγ περνά ευχάριστες ώρες στο ατελιέ του Φον Ράπαρντ
Οι ώρες όμως που περνά στο μικρό ξενοδοχείο του, κοντά στο σταθμό, δεν του προσφέρουν την ίδια άμεση ικανοποίηση. Εξασκείται σχολαστικά, ξανά και ξανά, στο σχέδιο
Μελετά την ανατομία του ανθρώπινου σώματος και στη συνέχεια προσπαθεί να την εφαρμόσει στις μορφές που συναντά στα βιβλία ανατομίας, στα ανθρώπινα σώματα που σχεδίαζε με μονοκονδυλιές ενώ βρισκόταν στο Λονδίνο και στο Αμπρουάζ.
Όταν λοιπόν επιστρέφει στους δικούς του στο Έτεν, Απρίλιο του 1881, έχει ηρεμήσει αρκετά.
Κι εκτός από την υποδοχή της οικογένειάς του ο Βαν Γκογκ ξαναβρίσκει την εξοχή, όπως και την παιδική του φίλη, που τώρα έχει τη δυνατότητα να ζωγραφίσει.
Οι σιταποθήκες, τα χωράφια, τα δάση , οι μύλοι, τα καρότσια, όλα τα γεωργικά εργαλεία, τα μαγαζιά με τα ξυλοπάπουτσα, το σιδεράδικο δεν είχαν μυστικά για τον μικρό Βαν Γκογκ και τώρα ο νεαρός ζωγράφος, χάρις στις πρόσφατες σπουδές του στις Βρυξέλλες, μπορεί να τα καταγράψει με μεθοδικότητα και ευαισθησία
Δουλεύει με μολύβι, πενάκι, κάρβουνο, σινική μελάνη, του Βαν Γκογκ ακουαρέλα. Σχεδιάζει τους γονείς του και την αδερφή του Βιλελμίνη
Κατόπιν τους χωρικούς που δουλεύουν στα χωράφια.
Τα πρόσωπα αυτά έχουν σκληρά χαρακτηριστικά και σίγουρα οι γραμμές του Βαν Γκογκ δε συγκαλύπτουν την κούραση των σωμάτων τους.
Καθώς όμως τα αναμορφώνει, χρωματίζοντάς τα με ακουαρέλα, απαλύνει κάπως τις τόσο ρεαλιστικές μορφές
Τώρα πια δουλεύει ακολουθώντας το πρότυπο που του προσφέρει η φύση, όπως του σύστησε ο ξάδερφός του Μοβ, τον οποίο επισκέφτηκε στη Χάγη
Σ´ αυτή την περίοδο του γόνιμου έργου του «διαπράττει το σφάλμα» να ερωτευτεί ξανά και -για άλλη μια φορά- θα πληγωθεί. Πράγματι, η νεαρή ξαδέρφη του Κέις Βος, χήρα, γνωστή της οικογένειας, έχει αποφασίσει να μείνει πιστή στη μνήμη του συζύγου της και αρνείται τον έρωτα του Βαν Γκογκ
Ένας έρωτας που δοκιμάστηκε στη φωτιά, θα μπορούσαμε να πούμε, αν αναφερθούμε στο επεισόδιο κατά το οποίο ο Βαν Γκογκ είχε πάει στο Άμστερνταμ, στους γονείς της Κέι, και τους εκλιπαρούσε να το αφήσουν να δει την κόρη τους η οποία κρυβόταν
Μάλιστα θέλοντας να αποδείξει την αποφασιστικότητά του κράτησε τον χέρι του για αρκετή ώρα πάνω από τη φλόγα μιας λάμπας πετρελαίου, χωρίς αποτέλεσμα όμως.
Ο Βαν Γκόγκ ξαναφεύγει και τα άδηλα τραύματα που φέρει μέσα του τον κάνουν να υποφέρει πολύ περισσότερο από τα τραύματα του χεριού του. εγκαθίσταται στα περίχωρα της Χάγης και αρχίζει να ζωγραφίζει δρόμους και κήπους, με αγάπη στη λεπτομέρεια, ακολουθώντας το παράδειγμα των παλιών Ολλανδών δασκάλων που έδιναν βάρος στην ανασύνθεση των επιμέρους στοιχείων για ν´ αποδώσουν καλύτερα την ατμόσφαιρα ενός τόπου.
Σ´ αυτό τον βοηθάει και η παλιά του αγάπη για τη χαρακτική
Θαύμαζε από νέος την τέχνη αυτή και είχε μάλιστα καλύψει τους τοίχους του δωματίου του με ανάτυπα από τις πιο γνωστές γκραβούρες
Τον Ιανουάριο του 1882, στη γειτονιά του στη Χάγη, γνωρίζει μια άλλη γυναίκα, τη Χριστίνα. Τη συναντά στο δρόμο και στρέφει πάνω της τη δίψα του για αγάπη και το αίσθημα αυταπάρνησης που τον διακατέχει
Η Χριστίνα, η επονομαζόμενη Σιέν, είναι πόρνη.
Ο Βαν Γκογκ φέρνει σπίτι του την έγκυο Σιέν μαζί με το πρώτο της παιδί
Την κάνει σύντροφό του και μοντέλο του. το πιο γνωστό πορτραίτο της θα έχει τίτλο «θλίψη» («Sorrow»)
Στον πίνακα αυτό η Σιέν απεικονίζεται καθιστή και σκυμμένη με τους αγκώνες ακουμπισμένους στα γόνατα.
Το δράμα της ζωής της δε φαίνεται στο κρυμμένο της πρόσωπο, αλλά στο γυμνό κορμί της, ζωγραφισμένο χωρίς την παραμικρή προσπάθεια εξωραϊσμού.
Αντίθετα, με κάποιο υπέρμετρο αίσθημα ανθρωπιάς
Η σχέση του με τη Χριστίνα δε θα κρατήσει πολύ, χωρίς να ευθύνεται εκείνος γι´ αυτό.
Μετά τη γέννηση του δεύτερου γιού της εκείνη ξαναρχίζει να πίνει και οι προσπάθειες του Βαν Γκογκ δεν αρκούν για να τη σώσουν.
Όταν εκείνος αποφασίζει να εγκατασταθεί στην εξοχή, η Σιέν δε θα τον ακολουθήσει. Η άγρια περιοχή του Ντρέντε, όπου ο Βαν Γκογκ πήγε να μείνει, τον θέλγει σε τέτοιο σημείο, που γράφει: «αν δεν μπορούσα να μείνω εδώ για πάντα, θα προτιμούσα να μην την είχα δει».
Μα κι αν η φύση είναι γενναιόδωρη και τον εμπνέει, οι χωρικοί που κατοικούν εδώ είναι, αντίθετα, δύσπιστοι και αφιλόξενοι
Ο Βαν Γκογκ δεν καταφέρνει να συνδεθεί φιλικά μαζί τους, όπως θα επιθυμούσε και όταν έρχεται ο Χειμώνας, μόνος και χωρίς πόρους, αποφασίζει να ξαναφύγει.
Τον Δεκέμβριο του 1883, τον βρίσκουμε στο Νόιεν, όπου ο πατέρας του ασκούσε τότε εκεί το λειτούργημά του
. Οι σχέσεις του Βαν Γκογκ με την οικογένειά του είναι τώρα πιο δύσκολες.
Αισθάνεται ότι δεν τον καταλαβαίνουν και αποφασίζει να απομακρυνθεί από το πατρικό του σπίτι.
Καταφέρνει να νοικιάσει εκεί κοντά δύο δωμάτια, και το ένα από αυτά θα γίνει το ατελιέ του.
Το πρώτο του ατελιέ, εφόσον ακόμα και στο πατρικό του δούλευε στο πλυσταριό. Κι εδώ, στα 1885, σ´ ένα δωμάτιο-ατελιέ στο Νόιεν, στο σπίτι του Κ. Σάφραντ, του καλού σκευοφύλακα, ο Βαν Γκογκ, γιός και εγγονός διαμαρτυρόμενων ιερέων, θα δημιουργήσει το περιφημότερο έργο του:
Τους πατατοφάγους. Το αριστούργημα δεν γεννιέται τυχαία
Ο Βαν Γκογκ μελέτησε για καιρό την ανθρώπινη μορφή και τα χρώματα της παλέτας του. οι εμπρεσιονιστές με τις ανάλαφρες και λαμπερές πινελιές είναι της μόδας. Ο Βαν Γκογκ, όμως αναζητεί το προσωπικό του ύφος για να εκφράσει αυτό που αισθάνεται βαθιά μέσα του.
Σ´ ένα γέρο χρυσοχόο ενός γειτονικού χωριού, που του ζητάει να διακοσμήσει την τραπεζαρία του με θρησκευτικές παραστάσεις, προτείνει έξι αγροτικές σκηνές που θ´ απεικονίζουν τη διαδοχή των εργασιών στα χωράφια, σε τόπους που θα ταιριάζουν με την ξύλινη επένδυση των τοίχων.
Τα σκούρα και μουντά χρώματα είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους στην παλέτα του. Το λευκό και οι σπασμένοι τόνοι προσδίδουν μια πολύτιμη φωτεινότητα στις σκοτεινές αυτές χρωματικές αξίες
Καταπιάνεται ξανά με τις ολόσωμες μορφές που τις απεικονίζει στις καθημερινές τους ασχολίες, όπως τη «Χωρική που σκουπίζει».
Πολλαπλασιάζει τις σχεδιαστικές σπουδές χεριών και προσώπων, ενώ φιλοτεχνεί ένα σύνολο από πενήντα κεφάλια χωρικών με μια αξιοθαύμαστη δύναμη
Για πίνακες όπως η Νεκρή φύση με πέντε μπουκάλια και κύπελλο εμπνεύστηκε από μπουκάλες, στάμνες και κούπες καθημερινής χρήσης, με απλές φόρμες και όχι από αντικείμενα πολυτελείας.
Έτσι όταν αποφασίζει να καταπιαστεί με τους «Πατατοφάγους» του, έχει ήδη βρει το προσωπικό του ύφος.
Ένα χρόνο αργότερα ο Βαν Γκογκ ξαναπαίρνει τους δρόμους
Ίσως να´ ναι ο θάνατος του πατέρα του και η επιθυμία του να βρεθεί κοντά στον αδερφό του. Έρχεται και εγκαθίσταται στο Παρίσι, αλλά η ανήσυχη φύση του τον ωθεί να αναζητήσει μια νέα πάλι περιπέτεια
Θα πάει λοιπόν στη Γαλλία και το νέο του αυτό ταξίδι θα είναι χωρίς επιστροφή.
Ο Βαν Γκογκ θα μείνει στο Παρίσι δύο χρόνια, απ´ το 1886 ως το 1888.
Εκεί γνωρίζει τον Ντεράλ, τον Σινιάκ, τον Αντετέν, τον Μπερνάρ και τους νέους ζωγράφους που ακολουθούν από κάποια απόσταση τα εμπρεσιονιστικά ρεύματα και ετοιμάζονται να τα ανανεώσουν.
Συνδέεται με τον Τουλούζ-Λοτρέκ, θαυμάζει τον Πικάσο και υποτάσσεται στην ισχυρή προσωπικότητα του Γκογκέν. «Ο αέρας της Γαλλίας ξεκαθαρίζει τις σκέψεις και κάνει καλό, πολύ καλό, αφάνταστο καλό», γράφει
Ζει με τον αδερφό του, που διευθύνει μια γκαλερί στην Μονμάρτρη, και συνεχίζει μ´ επιμονή τις μελέτες του.
Αντιγράφει τα παλιά του ιχνογραφήματα και δουλεύει με ζωντανά μοντέλα στο ατελιέ του ζωγράφου Κορμόν
Έπειτα ζωγράφισε τον πίνακα «Αγριολούλουδα σε ανθογυάλι», αφού πριν είχε κάνει μία μελέτη γύρω από τα λουλούδια. Αλλά η ζωή του Βαν Γκογκ δεν είναι πάντα «ανθόσπαρτη»! μαλώνει με το διευθυντή μιας γκαλερί τέχνης.
Έχει δύσκολο, παθιασμένο και απόλυτο χαρακτήρα, που και ο ίδιος ο Τέο ανέχεται ώρες-ώρες με δυσκολία.
Τα δύο αδέρφια έχουν αφήσει το μικρό διαμέρισμα της οδού Λαβάλ (της σημερινής οδού Βικτόρ-Μερσιέ) και μένουν τώρα σ´ ένα ευρύχωρο σπίτι κοντά στη Μονμάρτρη, που τα παράθυρά του έχουν για θέα τις παρισινές στέγες
Εκτός απ´ τα λουλούδια με τα έντονα χρώματα , ο Βαν Γκογκ αρχίζει ν´ απεικονίζει στους πίνακές του ανθισμένους κήπους, μύλους που του θυμίζουν την παιδική του ηλικία- ο Μύλος της Γκολέτ τον εμπνέει και του αφιερώνει τρεις πίνακες- γοητευτικές γωνιές του Παρισιού και των περιοχών όπως η Γωνιά του πάρκου Βουαγιέ ντ´ Αρζανσόν και η όχθη του Σηκουάνα στην Ανιέρ.
Αυτά τα μέρη που σφύζουν από ζωή, τον υποχρεώνουν να χρησιμοποιήσει πιο φωτεινά χρώματα
Οι ανταλλαγές απόψεων που έχει με τους εμπρεσιονιστές φίλους του, κατά τις συναντήσεις τους στα καμπαρέ, του δίνουν διαρκώς νέα ερεθίσματα
Απ´ τις ανταλλαγές αυτές γεννιούνται πίνακες όπως το «Εσωτερικό εστιατορίου» και η «Γυναίκα καθισμένη στο καφενείο Ταμπουρέν», πίνακες που ταιριάζουν με τις προτιμήσεις του Τουλούζ-Λοτρέκ.
Ένα άλλο σημαντικό έργο της περιόδου αυτής είναι η προσωπογραφία του Μπαρμπα-Τανγκί, ενός χρωματέμπορα, φίλου των καλλιτεχνών, που συχνά τον πλήρωναν με πίνακές τους, όσους την εποχή εκείνη έμεναν απούλητοι και σήμερα είναι το καύχημα των μεγαλύτερων μουσείων του κόσμου
Στις προσωπογραφίες του ο Βαν Γκογκ θέλει, πάνω απ´ όλα, να καταδείξει το χαρακτήρα των μοντέλων του, και αυτό ισχύει ακόμη και για τις αυτοπροσωπογραφίες του
Αμέσως μετά τον Μπαρμπα-Τανγκί κάνει τη δεύτερη Αυτοπροσωπογραφία του.
που έχει απ´ το Νότο είναι η θέα ενός χιονισμένου τοπίου, μια χειμωνιάτικη μέρα στα τέλη του Φεβρουαρίου του 1888. Όταν αργότερα το άσπρο χαλί εξαφανίζεται, ο Βαν Γκογκ έχει την εντύπωση ότι μερικές νιφάδες χιονιού έχουν μείνει μέσα στα μπουμπούκια που ανθίζουν στα κλαριά των δέντρων. Οι γιαπωνέζικες γκραβούρες που ο Βαν Γκογκ είδε στο Παρίσι, επηρεάζουν το καλλιτεχνικό του όραμα. Ζει στην Αρλ και ονειρεύεται να ιδρύσει, στη μικρή αυτή πόλη που έχει τον καθαρότερο ουρανό που είδε ποτέ, ένα καταφύγιο για καλλιτέχνες, επιθυμία που πάντα ήθελε να πραγματοποιήσει. Ονειροπολεί και ζωγραφίζει μέρα και νύχτα. Το τοπίο της Προβηγκίας δίνει διαρκώς τροφή στην έμπνευσή του. Αφομοιώνει αχόρταγα το περιβάλλον που τον περιστοιχίζει. Απαθανατίζει το κρυστάλλινο φως της Αρλ στην «κρεμαστή γέφυρα». Απεικονίζει τη ηλιόλουστη εξοχή της Προβηγκίας, όπου το στάρι μοιάζει πιο κίτρινο απ´ οπουδήποτε αλλού, σε αρκετούς πίνακες, όπως στην Πεδιάδα της Κρο. Ένα βράδυ με μαΐστρο ο Βαν Γκογκ ζωγραφίζει μεμιάς το καλοκαιρινό δειλινό. Ζωγραφίζει μια δεύτερη παραλλαγή σ´ έναν πίνακα του παλιού του φίλου Εμίλ Μπερνάρ: τις Γυναίκες της Βρετάνης σε πράσινο λιβάδι. Ο Σπορέας κεχριού, έργο ενός μεγάλου ζωγράφου που θαυμάζει απεριόριστα, του γίνεται έμμονη ιδέα με αποτέλεσμα να ζωγραφίσει τελικά τη δική του παραλλαγή.
Θα πάει μέχρι το Σεντ-μαρί-ντε-λα-Μερ και θα ζωγραφίσει τις αγροικίες του (Αγροικίες στο Σεντ-Μαρί) και τις βάρκες του (Βάρκες στο Σεντ-Μαρί). Βαπτίζει μια απ´ αυτές τις βάρκες Αμιτιέ (φιλία). Τη νύχτα, τα εσωτερικά των σπιτιών και οι δρόμοι και τοπία της Προβηγκίας έχουν ξεχωριστή σημασία και ιδιαίτερα χρώματα για το ζωγράφο. Όσοι τον είδαν, μ´ ένα καπέλο στολισμένο μ´ αναμμένα κεριά στο κεφάλι, να στήνει το καβαλέτο του στις όχθες του Ροδανού για να ζωγραφίσει την έναστρη νύχτα, θα κούνησαν το κεφάλι και θ´ αναρωτήθηκαν αν άξιζε τον κόπο. Σήμερα μπορούμε ν´ απαντήσουμε καταφατικά γιατί ξέρουμε ότι οι γεμάτες χρώματα νύχτες, όπως εκείνος μόνο μπορούσε να τις δει είναι αξεπέραστα ζωγραφικά τοπία.
Τώρα πια χρησιμοποιεί έντονα, τολμηρά χρώματα. Στα νυχτερινά καφενεία το κίτρινο είναι κυρίαρχο. Μπορούμε να το δούμε ακόμα και στη Νεκρή φύση. Χρησιμοποιεί έντονα χρώματα και για το έργο «το δωμάτιο του Βαν Γκογκ στην Αρλ». Σ´ αυτή την περίοδο ανήκει και «η καρέκλα του Βαν Γκογκ» και η «πίπα» του. Έπειτα ο Βαν Γκογκ αρχίζει ξανά να ζωγραφίζει πρόσωπα. Ζωγραφίζει τη Μουσμέ και την Αναγνώστρια μυθιστορημάτων. Αντιμετωπίζει δυσκολίες με τα μοντέλα που του ζητάνε πολλά λεφτά και θέλουν παρακάλια για να δουλέψουν μαζί του, αμφισβητώντας την αξία των έργων του. Ο φίλος του Ζοζέφ Ρουλέν, ταχυδρόμος στην Αρλ, θα προθυμοποιηθεί να τον βοηθήσει και θα ποζάρει γι´ αυτόν (Ο ταχυδρόμος Ζοζέφ Ρουλέν), και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, όπως ο αδερφός του Αρμάν (προσωπογραφία του Αρμάν Ρουλέν) και η κυρία Ογκύστ που απεικονίζεται σ´ έναν πίνακα με τίτλο «Η Βάγια».
Στην Αρλ ο Βαν Γκογκ ξαναβρίσκει με χαρά τον Γκογκέν ο οποίος τον απαθανατίζει καθώς ζωγραφίζει τα «Ηλιοτρόπια». Ο Βαν Γκογκ απεικονίζει τα λουλούδια αυτά σαν κλειστές ή μαδημένες μπάλες, και τον απασχολεί έντονα το κίτρινο, που το χρησιμοποιεί εξαντλώντας τις δυνατότητές του. Και αυτή ακριβώς η συνάντηση με τον πιο αγαπητό του φίλο, τον οποίο θεωρεί μεγάλο δάσκαλο, προξενεί την πρώτη σοβαρή κρίση που θα απειλήσει την ψυχική του υγεία. Μένουν μαζί και, εξαιτίας αυτού ακριβώς του καθημερινού και έντονου συγχρωτισμού, ο Βαν Γκογκ απεικόνισε την Αλέα των Αλικάμ, εμπνεόμενος από τον πίνακα του φίλου του. Ο Βαν Γκογκ δεν δέχεται την προσωπογραφία του Γκογκέν. Δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του και δεν θέλει να ταυτιστεί μ´ αυτό τον άνθρωπο που ζωγραφίζει ηλιοτρόπια με ύφος τρελού. Μετά από έναν άγριο καβγά κι ενώ ο Γκογκέν επιστρέφει στο Παρίσι, κόβει το ένα του αυτί με ξυράφι. Στη συνέχεια θα καταγράψει ο ίδιος αυτό το επεισόδιο της ζωής του στην «Αυτοπροσωπογραφία με Κομμένο το Αυτί».
Στο νοσοκομείο του Σεν-Πολ τον περιθάλπει ένας νεαρός γιατρός, ο δρ. Ρε, που στη συνέχεια θα γίνει ένας από τους πρώτους και ειλικρινέστερους θαυμαστές του. Μόλις αναρρώνει ο Βαν Γκογκ κάνει το πορτραίτο του γιατρού του. όμως δεν έχει ξεπεράσει στο ελάχιστο την ηθική και ψυχολογική του κρίση.
Ο Τέο ετοιμάζεται να παντρευτεί και ο Βαν Γκογκ εισπράττει το γεγονός αυτό ως εγκατάλειψη. Φεύγει, με την υποστήριξη του γιατρού Ρε, ελπίζοντας να θεραπευτεί στο άσυλο του Σεν-Ρεμί-ντε-Προβάνς. Έτσι τελειώνει η περίοδος της Αρλ. Κατά τη διάρκεια της μίας και μοναδικής χρονιάς που κράτησε η εκεί παραμονή του, ζωγραφίζει διακόσιους περίπου πίνακες και καμιά εκατοστή σχέδια. Ο Βαν Γκογκ αποδέχεται την ψυχική του κατάσταση με ηρεμία και καρτερία. Μπορούμε, εντούτοις, να αποκτήσουμε μια ιδέα για το τι γίνεται μέσα του παρατηρώντας την καινούργια Αυτοπροσωπογραφία του. η ζωγραφική τον βοηθάει. Στον πίνακα με τίτλο «Ο περίπατος των φυλακισμένων» απεικονίζει τα πρόσωπα των καινούργιων συντρόφων της ζωής του και ,πιθανότατα , το δικό του. Σε άλλους πινάκες απωθεί τη δραματική του εμπειρία, απεικονίζοντας όψεις του κήπου του ασύλου, που η φαντασία του μετατρέπει σε ήσυχες γωνιές, ζωγραφισμένες σε κάποια περίοδο ευτυχισμένης ανάπαυλας
Οι κρίσεις ξαναρχίζουν και ωθούν τον Βαν Γκογκ στην απελπισία. Όταν είναι έτσι άσχημα δεν καταφέρνει να ζωγραφίσει, αλλά μόλις νιώθει καλύτερα ξαναπιάνει το πινέλο. Παράγει εκατόν πενήντα πίνακες και εκατό σχέδια. Η τέχνη του αλλάζει. Το χρώμα δεν έχει πια το ίδιο βάρος. Τώρα τον απασχολούν περισσότερο οι φόρμες που γίνονται κυματιστές και ανήσυχες. Ζωγραφίζει κυπαρίσσια σαν να ήταν φλόγες («Δύο Κυπαρίσσια», «Το Σταροχώραφο με τα Κυπαρίσσια», «Δρόμος με Κυπαρίσσια και Αστέρια»), ουρανούς γεμάτους στροβίλους, κορμούς ελιάς που με τη συστροφή τους αναδεικνύεται ο δυναμισμός τους. Δημιουργεί την τρικυμισμένη αυτή φύση στο δωμάτιό του, όπου «κλείνεται» από ένα σχέδιο του Γκογκέν, τον οποίο εξακολουθεί να θαυμάζει παρά τη ρήξη τους. Χάρη στη διαμονή του στο Σεν-Ρεμί η υγεία του Βαν Γκογκ αποκαθίσταται γρήγορα. Ο αδερφός του Τεό, παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού, του ζητάει να επιστρέψει. Ο Βαν Γκογκ φτάνει στο Παρίσι το Μάιο του 1890. Έχει πια καθιερωθεί καλλιτεχνικά. Ξαναβλέπει με ευχαρίστηση τους παλιούς φίλους του, τον μπάρμπα-Τανγκί, τον Πισαρό, τον Τουλούζ-Λωτρέκ. Στο σπίτι του αδερφού του ξαναβρίσκει τους πίνακες που ζωγράφισε και καθώς αναλογίζεται την πορεία που διήνυσε αισθάνεται ικανοποιημένος. Όμως αυτό είναι μόνο μια ανάπαυλα. Η πόλη τον κουράζει και τον αναστατώνει. Μένει στο Παρίσι τέσσερις μέρες. Στο εξής, η ανάγκη να αμυνθεί στους παροξυσμούς της αρρώστιας θα αποτελέσει το κίνητρο των νέων του περιπλανήσεων.
Στην Οβέρ-σιρ-Ουάζ, όπου πήγε για λόγους υγείας, συνάντησε το γιατρό Γκασέ, ζωγράφο με ψυχή βασανισμένη σαν τη δική του. Ο Γκασέ κρίνει ότι η ζωγραφική είναι η καλύτερη θεραπεία για τον Βαν Γκογκ. Λίγο καιρό αργότερα, το πινέλο του Βαν Γκογκ αποτυπώνει το ανήσυχο πρόσωπο του γιατρού (προσωπογραφία του γιατρού Γκασέ)
Με τα λουλούδια καστανιάς και το βάζο με γαρίφαλα και άσπρους μενεξέδες, δημιουργεί δύο ακόμη έργα με λουλούδια, που διαφέρουν όμως πολύ από τα έργα της παρισινής περιόδου. Τα κίτρινα και τα λαμπερά χρώματα έχουν εξαφανιστεί και στη θέση του βρίσκουμε χρώματα ζεστά ,αλλά πιο συγκρατημένα. Στις «Αχυρένιες στέγες στην Κορντεβίλ» βλέπουμε στο τοπίο που περιβάλλει τον Βαν Γκογκ την παλλόμενη από εντάσεις εξοχή της περιοχής της Οβέρ. Ο Τεό έρχεται να τον επισκεφθεί με τη γυναίκα του και το γιό του. Η συνάντηση αυτή δίνει μεγάλη χαρά στον Βαν Γκογκ. Χαρίζει στον ανιψιό του, που έχει το όνομά του, μία απ´ τις φωλιές πουλιών που μάζευε παιδί και που τις φύλαγε ως φυλαχτό. Εκθέτει στον αδερφό του την επιθυμία του για μια κοινή ζωή, και εκείνος φαίνεται να την εγκρίνει. Σχεδιάζουν να πάρουν ένα σπίτι στην εξοχή και να εγκατασταθούν όλοι μαζί. Κάνουν όνειρα
Ο Τεό όμως έχει οικονομικές δυσκολίες και η υγεία του είναι ασταθής. Καθυστερεί να καταβάλει τα ποσά που συνήθως δίνει στον Βαν Γκογκ. Εκείνος νιώθει εγκαταλελειμμένος γι´ αυτούς και για διάφορους άλλους λόγους. Το δραματικό του «Σταροχώραφο με τα Κοράκια» ανήκει στην περίοδο εκείνη. Μια και ο αδερφός του δεν έρχεται να τον επισκεφθεί, αποφασίζει να πάει εκείνος να τον βρει στο Παρίσι. Η συνάντησή του με τον αδερφό του και τη νύφη του, μια Κυριακή στις αρχές του Ιουλίου, καταλήγει σε καβγά. Ο Βαν Γκογκ έχει την εντύπωση ότι όλα γκρεμίζονται γύρω του. Ο Γκασέ λείπει για δουλειές και δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Ο Βαν Γκογκ περνά την 14η Ιουλίου ολομόναχος. Σ´ ένα γράμμα του στον Τεό, στις 23 Ιουλίου, του μιλά για τη ματαιότητα της ζωής. Στις 27 Ιουλίου, ημέρα Κυριακή, ο Βαν Γκογκ κατευθύνεται προς τα σταροχώραφα, όπως τόσες άλλες φορές. Δεν έχει όμως μαζί του ούτε πινέλα, ούτε καβαλέτο, μόνο ένα περίστροφο για να χτυπήσει κοράκια. Σε μια στιγμή βαθιάς απελπισίας, το στρέφει στον εαυτό του. Τραυματισμένος κατορθώνει να φτάσει μέχρι το καφενείο Ραβού, όπου έχει νοικιάσει ένα δωμάτιο. Ο γιατρός Γκασέ ειδοποιείται και σπεύδει να τον σώσει. Διαπιστώνει όμως ότι η σφαίρα δε γίνεται να αφαιρεθεί. Όταν το επόμενο πρωί φτάνει ο Τεό, βρίσκει τον αδερφό του καθισμένο ήσυχα στο κρεβάτι του να καπνίζει την πίπα του. κουβεντιάζουν όλη τη μέρα στα Ολλανδικά και ξαναβρίσκουν τη συμπόνια του παλιού καλού καιρού. Το βράδυ ο Τεό δε φεύγει. Ξαπλώνει δίπλα του στο ίδιο κρεβάτι. Ο Βαν Γκογκ πεθαίνει έτσι, κοντά στον Τεό, γύρω στη μιάμιση τα ξημερώματα στις 28 Ιουλίου 1890.
Όταν ο Βαν Γκογκ ζωγράφιζε τον κάπως σκυθρωπό πίνακα της τοπικής εκκλησίας στην Ωβέρ (1890), δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο εφημέριός της θα αρνούταν να τον θάψει στο νεκροταφείο, λίγες εβδομάδες αργότερα, επειδή είχε αυτοκτονήσει. Παρά την κατάσταση του ταραγμένου μυαλού του, που είχε επιδεινωθεί από τα οικονομικά προβλήματα του αδερφού του, ο ζωγράφος ήταν πολύ ήρεμος και διαυγής στις εκτιμήσεις του: «Το κτίριο είναι βιολετί πάνω σ´ έναν ουρανό σε απλό βαθύ μπλε, καθαρό κοβάλτιο, τα παράθυρα με τα χρωματιστά τζάμια φαίνονται σαν γαλάζιες κηλίδες και η στέγη είναι βιολετιά και εν μέρει πορτοκαλιά»)
έργα του :http://antikatoptrismos.spaces.live.com/photos/cns!E683E6B5F09AAFB9!253/
Βυθος
Πέρασαν μέρες, χωρίς να στο πω Το σ' αγαπώ δυο μόνο λέξεις Αγάπη μου πως θα μ' αντέξεις Είμαι παράξενο παιδί σκοτεινό
Πέρασαν μέρες χωρίς να σε δω Κι αν σε πεθύμησα δεν ξέρεις Κοντά μου πάντα θα υποφέρεις Στο είχα πει ένα πρωί βροχερό
Θα σβήσω το φως κι όσα δεν σου 'χω χαρίσει Σε ένα χάδι θα σου τα δώσω Κι ύστερα πάλι θα σε προδώσω Μες του μυαλού μου το μαύρο βυθό
Θα κλάψεις ξανά που μόνη θα μείνεις Και 'γω πιο μόνος και από μένα Μες σε δωμάτια κλεισμένα Το πρόσωπό σου θα ονειρευτώ
Γιατί μες στ' όνειρο μόνος ζω
Στα σοβαρά μην με παίρνεις είν' το μυαλό μου θολό Είναι κι ο κόσμος μου αστείος Κι όταν με βαρεθείς τελείως Ψάξε αλλού να με βρεις όπως με θες
Κι εγώ που αγάπησα πάλι την ιδέα σου μόνο Και κάποιο στίχο που σου μοιάζει Κοιτάζω έξω και χαράζει Έγινε το αύριο πάλι χθες
_________________________________________________
Αερικό
Στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου Πρώτη εκτέλεση: Μελίνα Κανά
Όλα του κόσμου τα πουλιά όπου κι αν φτερουγίσαν όπου κι αν χτίσαν την φωλιά όπου κι αν κελαηδήσαν
Εκεί που φτερουγίζει ο νους εκεί που ξημερώνει μαργώνουν τα πουλιά της γης κι ούτε ένα δεν ζυγώνει
Σαν αερικό θα ζήσω σαν αερικό
Ανάσα είναι καυτερή και στέπα του Καυκάσου η σκέψη που παραμιλά και λέει τα όνειρά σου
Όσες κι αν χτίζουν φυλακές κι αν ο κλοιός στενεύει ο νους μας είναι αληταριό που όλο θα δραπετεύει
Σαν αερικό θα ζήσω σαν αερικό
Σαν αερικό θα ζήσω σαν αερικό
|
| _____________________________________________________________________ |
February 09 ( 45 Χρόνια 100 + 1 Μεγάλες Στιγμές) Ο Κώστας Χατζής ξεκίνησε ουσιαστικά την πορεία του στο τραγούδι στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ερμηνεύοντας δημιουργίες διάφορων συνθετών (Θεοδωράκη, Μαρκόπουλου, Πλέσσα, κ.α.) με ένα εντελώς προσωπικό ύφος, ενώ σύντομα έγραψε τα δικά του τραγούδια με καλούς στιχουργούς, όπως η Σώτια Τσώτου, ο Ηλίας Λυμπερόπουλος, ο Ξενοφών Φιλέρης. Πρωτοπόρος στην άνθηση των μπουάτ στο ξεκίνημα του 1970, προκαλούσε το θαυμασμό και κέρδιζε την αγάπη του κόσμου με το παθιασμένο παίξιμο της κιθάρας του, τη χαρακτηριστική και αμίμητη βραχνάδα της φωνής του, την αμεσότητα και την εκφραστικότητά του. Είναι από τους πρώτους που πραγματοποίησε δίσκους με ζωντανή ηχογράφηση, μιας και σε αυτές τις εγγραφές απέδιδε τα μέγιστα. Ο δρόμος που χάραξε, του κιθαριστή τροβαδούρου με ανησυχίες κοινωνικές αλλά συνάμα και ριζοσπαστικές, ήταν ταιριαστός με το πνεύμα εκείνης της εποχής («Κάντε έρωτα όχι πόλεμο», «Βάλτε στα κανόνια σας λουλούδια») και είχε μεγάλη απήχηση. Δεν είναι τυχαίο ότι το «Ρεσιτάλ» με τη Μαρινέλλα είναι ένα από τα πλέον επιτυχημένα άλμπουμ της ελληνικής δισκογραφίας, ενώ τραγούδια σαν «Τ' αεροπλάνο», «Π Στρατής», «Δεν βαριέσαι αδελφέ», «Κολωνάκι Place» και πολλά άλλα ακόμη εξακολουθούν να συγκινούν ακόμη και σήμερα.
February 07
ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ
Η θρυλική Αγια Σοφιά δεν είναι απλώς ένα θρησκευτικό αρχιτεκτονικό
αριστούργημα. Πάνω απ όλα είναι ένα εθνικό σύμβολο, του Ελληνισμού.
Από τότε που έγινε η Αγιά Σοφιά μέχρι σήμερα, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει και ο πρώτος ναός της Ορθοδοξίας έγινε και το πρώτο τζαμί του Μωάμεθ του Β΄. Αργότερα προστέθηκαν και τέσσερις μιναρέδες
Η Αγιά Σοφιά έπαψε να είναι τζαμί και μετατράπηκε σε μουσείο, o 1934 αλλά δεν αφαιρέθηκαν, αυτά που προστέθηκαν μετά και που σίγουρα μολύνουν το αρχικό κτίσμα, όπως οι εξώστες για την προσευχή των σουλτάνων, οι επιγραφές, και τα
αραβουργήματα. Στη θέση της Αγίας Τράπεζας κτίσθηκε ένας χώρος για την προσευχή των Μουσουλμάνων, που έβλεπε ανατολικά προς τη Μέκκα, την ιερή τους πόλη.
Αλλοτε βέβαια- το 1923- ζούσαν και καθόριζαν με την πολλαπλή δραστηριότητα τους τον παλμό της Πόλης. 100.000 Ελληνες
. Κι όμως τώρα οι Ελληνες που ζουν στην Πόλη μας δεν είναι ούτε 2.000 .. Η Πόλη μας όσο πάει και απογυμνώνεται από το ελληνικό στοιχείο. Περιοχές όπως το Πέραν, τα Ταύταλα, ο Γαλατάς, η Θεραπειά, το Επταπύργιο, ο Αγιος Στέφανος και άλλες
έχουν περάσει με τους αλεπάλληλους, άμεσους και έμμεσους διωγμούς, στην κατοχή των Τούρκων.
Η ιστορική σπουδαιότητα της Αγίας Σοφίας δεν γνωρίζει όρια. Καμία άλλη εκκλησία σε καμία χώρα σ' ολόκληρο τον κόσμο, κανένα άλλο οικοδόμημα που υψώθηκε ποτέ από την τέχνη των ανθρώπων δεν αποτέλεσε τόσο σημαντικό και ουσιαστικό κομμάτι στη ζωή ενός έθνους. Οι καθεδρικοί ναοί της Ρενς, του Αγίου Πέτρου, η Νοτρ Νταμ, το Αβαείο του Γουεστμίνστερ, ο Παρθενώνας, αν και συναρπάζουν και γοητεύουν, δεν ξυπνούν τόσες απροσμέτρητες μνήμες.
. Η Αγία Σοφία αποτελεί τον επίσημο χώρο λατρείας μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας όπου εκκλησία και κράτος ήταν ένα, και που για πάνω από 1.100 χρόνια, ήταν η κληρονόμος και η ισάξια της Ρώμης.
Ήταν η μεγαλύτερη εκκλησία της πόλης και του παλατιού, την ονόμαζαν επίσης Μεγάλη Εκκλησία.
Μετά τον 5ο αιώνα, πήρε το όνομα Αγία Σοφία και το διατήρησε σε όλη τη βυζαντινή περίοδο. Από τους Τούρκους έγινε τζαμί και ονομάστηκε «Αγιασόφια».
Ο Σωκράτης, που έγραψε την Ιστορία της Εκκλησίας από το 305-439, αναφέρει:
«... κατά, τον καιρόν τούτον (επί πατριάρχου Μακεδονίου) ο βασιλεύς την Μεγάλην Εκκλησίαν έκτιζεν, ήτις Σοφία μεν προσαγορεύεται νυν, συνήπται δε τη έπωνύμω Ειρήνη ...» Από τη φράση αυτή του Σωκράτη αλλά και από τις ανασκαφές (Ramaganoglu, 1945) προκύπτει ότι η Α' Αγία Σοφία, που χτίστηκε πάνω στα ερείπια του ναού του Απόλλωνος, είχε άμεση επαφή προς Β με την Αγία Ειρήνη και βρίσκονταν ανάμεσα σ' αυτήν και στη σημερινή Αγία Σοφία.
Η Β' Αγία Σοφία χτίστηκε πάλι από τον Κωνστάντιο προς Ν της πρώτης, στη σημερινή θέση της Αγίας Σοφίας του Ιουστινιανού. Ήταν μια μεγαλόπρεπη βασιλική με ξύλινη σκεπή με τρεις αψίδες και πέντε κλίτη. Στην προς Δ είσοδο της είχε ωραίο πρόπυλο με αέτωμα και κιονοστοιχία. Τα εγκαίνια της Β' Μεγάλης Εκκλησίας έγιναν από τον πατριάρχη Ευδόξιο το 360.
Οι ναοί αυτοί υπέστησαν ζημιές κατά καιρούς, καταστράφηκαν από πυρκαγιές. Κατά τη διάρκεια της Συνόδου του 381 επί Θεοδοσίου Α' (378-395) πυρπολήθηκαν από τους αρειανούς. Κατά την εξορία του Χρυσοστόμου από τούς οπαδούς του το 404.
Η Γ' Μεγάλη Εκκλησία είναι έργο τού Θεοδοσίου Β' (408-450). Στην πραγματικότητα δεν ήταν ανοικοδόμηση παρά επιδιόρθωση και συνένωση διαφόρων τμημάτων της Α' και Β' Αγίας Σοφίας με ορισμένες προσθέσεις και παραλλαγές. Τα εγκαίνιά της έγιναν το 415
Κατά τη στάση του Νίκα καταστράφηκαν από πυρκαγιές τόσο η Αγία Ειρήνη όσο και η Γ' Αγία Σοφία του Θεοδοσίου Β'. Μετά την καταστολή της στάσεως ο Ιουστινιανός (527-565) αμέσως απεφάσισε το χτίσιμο της σημερινής Δ' Αγίας Σοφίας επάνω στα ερείπια της βασιλικής του Κωνστάντιου. Ο αυτοκράτορας θέλησε να ξαναχτίσει την καμένη εκκλησία, με
την επιθυμία, η νέα οικοδομή να είναι η μεγαλύτερη και η ωραιότερη. που είχεγίνει μέχρι τότε.
Ανέθεσε αμέσως στους πιο διάσημους αρχιτέκτονες τηςεποχής, στον Ανθέμιο από τις Τράλλεις καΐ στον Ισίδωρο από τη Μίλητο, να διευθύνουν το έργο, έτσι ώστε οι εργασίες να αρχίσουν μόλις 39 μέρες μετά την πυρκαγιά. Ύστερα από τις πολύπαθες εμπειρίες του παρελθόντος, δεν χρησιμοποίησαν το ξύλο σαν υλικό κατασκευής..
Έφεραν από διάφορες περιοχές της Αυτοκρατορίας πολύτιμα μάρμαρα. Οι εσωτερικοί τοίχοι και τα πατώματα επενδύθηκαν με μάρμαρο και άλλες πέτρες, που τις κουβάλησαν από όλη την αυτοκρατορία αλλά και έξω από αυτήν,
Λευκά μάρμαρα από την Προκόνησο, πράσινα από τη Θεσσαλία την Μάνη και την Κάρυστο, χρυσαφιά από τη Λιβύη, , τα τριανταφυλλια μάρμαρα από την την Φριγία , κόκκινο από την Αίγυπτο, κοκκαλί από την Καππαδοκία, Από τόν υπόλοιπον κόσμο προσεφέρθησαν τά πολύτιμα πετράδια,ο χρυ σός,τό ασήμι καί τό ελεφαντόδοντο,υπέραρκετό γιά νά στολισθεί μέ σπατάλη η μεγαλοπρεπής Εκκλησία.
Για τον τρούλο χρησιμοποίησαν τούβλα, όπως επίσης και για τα τόξα και τους τοίχους. Στο έργο δούλεψαν 1.000 μαστόροι και 10.000 εργάτες και διάρκεσε έξη σχεδόν χρόνια. . Για να αποπερατωθεί το κολοσσιαίο ατιστούργημα ξοδεύτηκαν 320.000 λίτρες χρυσού
Από κάθε σημείο όπου υπήρχε Ελληνισμός, έγινε προσφορά..
.
Ανάμεσα τους οι καλύτεροι αρχιτέκτονες, οικοδόμοι, τεχνίτες της πέτρας και του μωσαϊκού. Η ιδέα ήταν να κτισθεί ένας τεράστιος ναός με τον μεγαλοπρεπέστερο τρούλο που ειδε ποτέ ο κόσμος. Και χρειάσθηκε να περάσουν περισσότερα από χίλια χρόνια για να μπορέσει ένα άλλο αρχιτεκτόνημα, όπως ο τρούλος του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη- έργο του Μιχαήλ Αγγελου- να υπερβεί το θαυμαστό αυτό αρχιτεκτονικό επίτευγμα.
Ως προς τον χρόνο αποπεράτωσης της Δ' Αγίας Σοφίας υπάρχει ωστόσο και άλλη άποψη.: Ο Ιουστινιανός, πριν αρχίσει η ανέγερση του ναού, απαλλοτρίωσε τα οικόπεδα και κατεδάφισε όλα τα κτίσματα γύρω από το χώρο της οικοδομής
Το 539 (επτά χρόνια μετά τη στάση του Νίκα) ο Ιουστινιανός άρχισε το γκρέμισμα του εσωτερικού της Β' Μεγάλης Εκκλησίας καθώς και ορισμένες μεταρρυθμίσεις,, ενώ ταυτοχρόνως συγκέντρωνε υλικό από τα πέρατα της αυτοκρατορίας. Μάρμαρα και πελώριοι μονολιθικοί κίονες φορτωμένοι επάνω σε σχεδίες κατέφθαναν από την Προικόννησο, την Εύβοια, την Αθήνα, τους Δελφούς, τη Θεσσαλία, τη Λακωνία, τη Ρώμη, την Έφεσο, τη Φρυγία, την Αίγυπτο
. Έτσι, η συγκέντρωση του υλικού και το καθάρισμα της παλαιάς βασιλικής του Κωνστάντιου καθώς και η ανέγερση της Αγίας Σοφίας κράτησε συνολικά είκοσι χρόνια και τα εγκαίνια του ναού έγιναν το 552, τον πρώτο χρόνο της πατριαρχείας του Ευτύχιου.
Ας σημειωθεί ότι τα ταξίδια από τέτοιες αποστάσεις διαρκούσαν μήνες, και η μεταφορά τεράστιων όγκων είτε δια ξηράς είτε δια θαλάσσης απαιτούσε μεγάλα χρονικά διαστήματα. , όπως αναφέρει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στο έργο του «Γεννήθηκα το 1402», ξεκινώντας για ψευδοσύνοδο στην Φλωρεντία ο Ιωάννης Η' Παλαιολόγος με τη συνοδεία του, για να φθάσουν από την Πόλη στη Βενετία χρειάστηκαν 69 ολόκληρες μέρες. (27 Νοεμβρ. 1437-8 Φεβρ. 1438
Στην εφημερίδα “ΕΘΝΟΣ” 2 Οκτωβρίου 1960 έγραψε ο Αλέξανδρος Παραδείσης μεταξύ των άλλων:
‘’“Ο Ιουστινιανός διέταξε και μαζεύτηκαν για το χτίσιμο της Αγίας Σοφίας οι ωραιότεροι κίονες και τα λαμπρότερα καλλιτεχνήματα από τους ειδωλολατρικούς ναούς. Ετσι κατεστράφησαν ο ναός Μπάαλμεκ στο Λίβανο της Συρίας, ο περίφημος της ελληνιστικής εποχής ναός της Παλμύρας, της Ηλιουπόλεως, ο επίσης περίφημος εις την Εφεσσον ναός της Αρτέμιδος, ένα των επτά θαυμάτων
του αρχαίου κόσμου και τα περικαλλή μνημεία των Αθηνών, των Θηβών και άλλων κλασικών τόπων. Και εδαπανήθησαν περισσότερα από 300 εκατομμύρια δραχμές τότε. Στην τελετή των εγκαινίων, , το Δεκέμβριο του 537 ο Ιουστινιανός πεζός, μαζί με τον λαό και τον Πατριάρχη Μηνά , ξεκίνησαν από την εκκλησία της Αγίας Αναστασίας (όπου άλλοτε μιλούσε προς τον λαό ο Γρηγόριος ο Θεολόγος)και σύμφωνα με το πρωτόκολο μπήκαν μαζί στην Εκκλησία κι έφθασαν στην Αγιά Σοφιά . ένοιωσε υπερηφάνεια και έκσταση, κατευθύνθηκε πρώτος και μόνος προς το Ιερό προχώρησε μέχρι τον άμβωνα και διηγούνται ότι αφού, στάθηκε έκθαμβος και σηκώνοντας τα χέρια του στον ουρανό είπε το περίφημο “Νενίκηκά σε Σολομών”.
Η ημέρα αυτή ήταν η 27η Δεκεμβρίου του έτους 537. “...και ήτο η πόλις όλη ορθία, επευφημούσα την πομπικήν πορείαν του Βασιλέως και του Πατριάρχου. Πεζεύσας δε έδραμεν ο Ιουστινιανός μέχρι του άμβωνος, εξέτεινε τας χείρας, εδοξολόγησε τον Θεόν και εν τη πλησμονή της αγαλλιάσεως ανέκραξεν«Δόξα τω Θεώ, τω καταξιώσαντί με τοιούτον έργον έπιτελέσαι. Νενίκηκά σε Σολομών.
Το εσωτερικό της μεγάλης εκκλησίας ήταν λουσμένο στο φως. που έμπαινε από τα 140 παράθυρα.
Το εσωτερικό του ναού χωρίζεται σε τρία κλίτη με τις 104 κολώνες από πολύχρωμα μάρμαρα και άλλες πέτρες με θαυμάσια ψηφιδωτά,, υπάρχουν 1000 καντήλια , επιβλητικός άμβωνας, ολόχρυση Αγία Τράπεζα,ς Ασημένιος θρόνος του Πατριάρχη στολισμένος με πολύτιμα πετράδια.
Στο μέσαίο κλίτος , το μεγαλύτερο κυριαρχεί ένας τεράστιος τρούλος χρισμένος με ελαφρά τούβλα και ελαφόπετρες από την Ροδο. Αξιοσημείωτα είναι τα χρωματιστά μάρμαρα που καλύπτουν τους τοίχους.
Πέντε πόρτες μας οδηγούν στο νάρθηκα. (11x60μ.),και από εκεί περνάμε στον κυρίως ναό, από εννέα πόρτες, από τις οποίες οι τρεις μεσαίες είναι αυτοκρατορικές και έχουν από πάνω ψηφιδωτό, του 9ου αιώνα.
Μέσα στο βόρειο κλίτος βρίσκεται η περίφημη μαρμάρινη κολόνα που ιδρώνει. Υγραίνεται από μία στέρνα που υπάρχει εκεί από κάτω. Αν βάλουμε το δάχτυλο μας σ' ένα βαθούλωμα σκαμμένο στην κολόνα, που είναι στο τμήμα αυτό καλυμμένη από μπρούντζινες προστατευτικές πλάκες, θα αισθανθούμε υγρασία. Από τα βυζαντινά χρόνια, είχε θεωρηθεί θαυματουργή.
Πάνω από τα μαρμάρινα παραπέτα, βλέπεις σκαλισμένα στο περβάζι, πάνω στο μάρμαρο γράμματα ρωσικά, βυζαντινά, φράγκικα, αραβοπερσικά... Είναι αυτοί που λαχτάρησαν να συνδεθούν με την Ιστορία και αποτύπωσαν τα ίχνη των ανώνυμων ονομάτων τους. Αλλού χαραγμένα εννιάπετρα που έχουνε σκύψει επάνω τους ώρες ολάκερες παίζοντας, ποιοι άραγε; Οι πιστοί κατά τη διάρκεια των ατέλειωτων αγρυπνιών; Ή μήπως οι στρατιώτες, οι σκοποί, οι χασομέρηδες που ήθελαν να διασκεδάσουν την ανία τους και τη μοναξιά τους;
Τα χρυσά μωσαϊκά διακοσμούσαν το πάτωμα, την οροφή, τις αψίδες. Ελεγαν μάλιστα πως ο θόλος έστεκε από μόνος του, μετέωρος, σαν να τον συγκρατούσε κάποια αλυσίδα από τα ουράνια
Για τα ψηφιδωτά χρησιμοποιησαν φύλλα χρυσσού 22 καρατίων.που τα κολλούσαν πάνω σε ψηφίδες από γυαλί. Από πάνω περνούσαν ένα λεπτό στρώμα βερνικιού για την προστασία του χρυσού και τοποθετούσαν την κάθε ψηφίδα ανάποδα, ώστε το χρυσό να φαίνεται στο βάθος δια μέσου του
O απέραντος θόλος της Αγιά Σοφιάς είναι κατασκευασμένος από ελαφρά τούβλα της Ρόδου. Τούβλα ροδίτικα φτιαγμένα από τόσο ελαφρύ χώμα, περίπου το ένα πέμπτο του βάρους των κανονικών η κατ άλλους δώδεκα από αυτά ζύγιζαν όσο ένα κοινό τούβλο. Αυτά τα ροδίτικα τούβλα δέθηκαν μεταξύ τους γερά, γιατί και ο ασβέστης ζυμώθηκε με λάδι αντί για νερό, ώστε ο ναός να γίνει πιο ανθεκτικός και η βροχή και η υγρασία να μη περνούν στο εσωτερικό του. Λέγεται μάλιστα ότι τα τούβλα είναι σφραγισμένα με σφραγίδες με διάφορες ευχές για την στερέωση του ναού η με μια ευχή κατά τον Ψευδοκωδικό που λέει “Ο Θεός εν μέσω αυτής και ου σαλευθήσεται...”.
Το μαρμάρινο έδαφος τού κυρίως ναού είναι χωρισμένο σε τέσσερις ζώνες κάθετες στον κατά μήκος άξονα από τέσσερις μουντές γκρίζες ταινίες. Είναι οι τέσσερις ποταμοί τού Υπερπέραν, όπως τους βλέπει ο Κωνσταντίνος Γρίβας, o Γαίων, ο Φύσων, ο Τίγρης και ο Ευφράτης
Ανάμεσα στους τέσσερις αυτούς «ποταμούς» επαναλαμβάνουν τα συμμετρικά «νερά» τους οι πλάκες των μαρμάρων. Τρεις σειρές από 30 πλάκες η κάθε σειρά ανάμεσα σε δυο ποταμούς, έπειτα άλλες τρεις και άλλες τρεις.
Στο νότιο τμήμα του κεντρικού κλίτους, φαίνεται στο δάπεδο ένα μέρος μωσαϊκού από διαφόρων χρωμάτων μάρμαρα, που θεωρείται ως ο βυζαντινός Ομφαλός (ή κέντρο του κόσμου), όπου εκεί γινόταν η τελετή της στέψεως των Αυτοκρατόρων.
Εκτός της Ιερής Κόγχης, η εκκλησία έχει και στις τρεις πλευρές πλάγια κλίτη, των οποίων οι θόλοι είναι πλούσια διακοσμημένοι και στους τοίχους υπάρχουν μερικά ψηφιδωτά μεγάλης αξίας
Διακρίνεται ο Ιησούς, καθισμένος σε θρόνο, να ευλογεί με το δεξί ενώ στο αριστερό χέρι κρατά το Ευαγγέλιο, στα γόνατα του.
Η Παρθένος και ο άγγελος Γαβριήλ αναπαρίστανται μέσα σε δύο κύκλους, ενώ ο Λέων ο 6ος (886 - 912) είναι μπροστά Του γονατιστός.
Έργα του 10ου αιώνα θεωρούνται τα Χερουβείμ που κοσμούν τα τέσσερα λοφία και είναι τα μοναδικά βυζαντινά έργα που έχουν διασωθεί από τον τρούλο. Μέσα στην Κόγχη, το ψηφιδωτό παριστά τηνΠαρθένο να κρατά στα γόνατα τον Ιησού, σύμβολο ιδεώδους κάλλους. Χρονολογείται από τον 9ο αιώνα.
Πάνω στο βορεινό τοίχο, υπάρχουν τα ψηφιδωτά τριών αγίων που βρίσκονται μέσα στις θολωτές κόγχες, σε θέση μετωπική με χρυσό φόντο. Είναι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άγιος Ιωάννης - Χρυσόστομος, ο επίσκοπος Ατταλείας Ιγνάτιος και ο Άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος.
. Στο νότιο υπερώο, το ψηφιδωτό της Δεήσεως είναι μερικά διατηρημένο και χρονολογείται από το 12ο αιώνα. Έχει γίνει από πολύ μικρές ψηφίδες και είναι εξαίρετης τεχνικής. Μέσα σε χρυσό φόντο, ο Χριστός βρίσκεται ανάμεσα στην Παρθένο και τον Άγιο Ιωάννη το Βαπτιστή. Απέναντι από τη Δέηση, στη βάση του
τοίχου, υπάρχει μια ταφόπετρα με χρονολογία 1205. Είναι ο τάφος του Ερρίκου Ντάντολο, δόγη της Βενετίας.
Αν προχωρήσουμε λίγο στο υπερώο, προς την πλευρά του Ιερού, θα δούμε δύο υπέροχα ψηφιδωτά. Στα αριστερά, στο ψηφιδωτό του 11ου αιώνα, ο Χριστός εικονίζεται ανάμεσα στην αυτοκράτειρα Ζωή και τον τρίτο της σύζυγο, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο 9ο το Μονομάχο (1042 - 1054). Στα δεξιά, στο ψηφιδωτό του 12ου αιώνα, διακρίνουμε την Παρθένο με τον Ιησού βρέφος, ανάμεσα στον αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό 2ο τον Πορφυρογέννητο (1118 - 1143) στα δεξιά Της και τη σύζυγο του αυτοκράτειρα Ειρήνη της Ουγγαρίας.
Δεξιά, στο στενό σημείο του τοίχου, ο γιος τους Αλέξης, του οποίου το πρόσωπο δεν χαρακτηρίζεται από υγεία. Γνωρίζουμε ότι πέθανε σε ηλικία 20 χρόνων. Από εδώμπορούμε να θαυμάσουμε το ψηφιδωτό με την Παρθένο, που διακοσμεί την Ιερή Κόγχη
. Κατεβαίνουμε από το υπερώο, φτάνουμε στην έξοδο στα νότια του νάρθηκα και παρατηρούμε την τεράστια μπρούντζινη πόρτα, που προέρχεται από έναν ελληνιστικό ναό στην Ταρσό
. Πάνω από αυτήν την πόρτα, ένα ψηφιδωτό παρουσιάζει την Παρθένο Μαρία σε θρόνο με το Βρέφος. Στα δεξιά, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο 1ος Της αφιερώνει συμβολικά την Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Ιουστινιανός αριστερά, Της προσφέρει, επίσης συμβολικά, την Αγία Σοφία Μιά μεγάλη αυλή απλώνοταν μπροστά στο ναό μέ στοές ολόγυρα.
Εις τό μέσον τής αυλής υπήρχε η ''φιάλη του αγνισμού''. ΄Ηταν δηλαδή μιά βρύση μέ ''καρκινική επιγραφη'' πού έγραφε: '' ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ ''
Μπαίνει ο επισκέπτης από τη νότια είσοδο του Εσωνάρθηκα, κάτω από το ψηφιδωτό του Μ. Κωνσταντίνου και τού Ιουστινιανού που προσφέρουν τα δώρα τους στη Θεοτ της εισόδου.
Ήταν η παλαιότερη - 9ος αιώνας - από τις μνημειακές μπρούντζινες πόρτες. Στις αρχές του l4ου οι Φλωρεντινοί έφεραν από τη Βενετία μαστόρους για να όκο. Δίπλα του, πλαγιασμένα στο έδαφος τα «φύλλα» της μπρούντζινης πόρτας «χύσουν» την πόρτα του Βαπτιστηρίου τους. Προηγουμένως οι Βενετσιάνοι καλούσαν Βυζαντινούς τεχνίτες για τις δικές τους μπρούντζινες πόρτες..
Ισως θα ήταν αναγκαίο να αναφερθεί- για να κατανοήσει κανείς το μεγαλείο αυτού του επιτεύγματος- ότι ο ναός του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη χρειάσθηκε 150 χρόνια για να ολοκληρωθεί, ενώ στην Αγία Σοφία έγιναν τα εγκαίνια μέσα σε 5 μόνο χρόνια και 11 μήνες, αφ ότου οι φλόγες είχαν εξαφανίσει τον παλιό ναό
.Ο ιστορικός Προκόπιος αναφέρει ότι ‘’αυτός που μπαίνει στην Αγία Σοφία ίσως φαντασθεί πως βρέθηκε σε λιβάδι σε πλήρη ανθοφορία”. Εως εκείνη την εποχή, οι εκκλησίες είχαν σχήμα “δρομικό”, ενώ ο νέος Ναός είναι ένα επίμηκες τετράπλευρο που κατέληγε σε αψίδα.
. Η επιφάνεια της εκκλησίας μαζί με το νάρθηκα και τον εξωνάρθηκα, είναι 7.570μ2. Είναι η τέταρτη σε μέγεθος στον κόσμο. Όχι εντελώς ημισφαιρικός ο κεντρικός τρούλος που κυριαρχεί στο εσωτερικό, έχει 55.60 μέτρα ύψος και διάμετρο μεταξύ 30.80μ. με 31.88μ. Ακουμπά σε τέσσερις γιγάντιους πεσσούς, που τους λένε «πόδια του ελέφαντα». Το μεσοδιάστημα καλύπτεται από τέσσερα λοφία. Το τύμπανο του τρούλου φέρει 40 παράθυρα, που φωτίζουν το κεντρικό κλίτος
Ακόμη και σήμερα να διακρίνουμε ίχνη μπροστά στο δυτικό τοίχο ίχνη που βγήκαν στο φως με τις ανασκαφές που έγιναν το 1935. Μέσα σ' ένα χαντάκι βάθους 2 μέτρων, μπορούμε να διακρίνουμε ένα πρόστυλο, στο οποίο μας οδηγεί μία σκάλα με πέντε σκαλοπάτια μαρμάρινα, που επικοινωνεί από τρεις πόρτες με το νάρθηκα. Τα ευρήματα επιτρέπουν να υπολογιστεί ότι το κτίσμα είχε 60 μέτρα φάρδος.
Οι ανασκαφές δεν συνεχίστηκαν προς τα ανατολικά, από φόβο μήπως προκληθεί ζημιά στα θεμέλια της Αγίας Σοφίας. Γι' αυτό, αγνοούμε το μήκος που θα είχε ο ναός αυτός.
Δεν υπολογίζονται προσθήκες και επιδιορθώσεις που έγιναν ανά τους αιώνες, έδωσαν όμως στην Αγία Σοφία, μία όψη διαφορετική από αυτήν που είχε εκείνη η αρχική Βασιλική. Ο τρούλος της εκκλησίας κατέρρευσε πολλές φορές εξαιτίας των σεισμών, όπως το 558, όπου μέρος του γκρεμίστηκε. Ξαναχτίστηκε από τον Ισίδωρο το Νεώτερο, ο οποίος υψώνοντας τον κατά 6,25 μέτρα, παρέδωσε στο εκκλησίασμα το ναό το 562. Το οικοδόμημα, με τις αλλεπάλληλες επισκευές, έχασε την απαραίτητη στατική ισορροπία του. Οι συχνοί σεισμοί προκαλούσαν ζημιές, και οι επεμβάσεις αναγκαστικά αύξαναν. Το 1204, οι Φράγκοι που ήρθαν στην Κωνσταντινούπολη μαζί με την 4η Σταυροφορία, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν την Αγία Σοφία, λες και ο ναός ανήκε σε άλλο θρησκευτικό δόγμα. Οι στρατιώτες αφαιρούσαν κομμάτια επιχρυσωμένου ασημιού, ασημένιους και χρυσούς σταυρούς και όλα τα πολύτιμα αντικείμενα. Οι ιερείς τους λαφυραγώγησαν τα σκεύη λατρείας. Έτσι, δεν θα ήταν λάθος να πούμε ότι τις μεγαλύτερες ζημιές στην Αγία Σοφία, τις προκάλεσαν οι Σταυροφόροι. Τά (57)χρόνια πού κράτησε η κατοχή στά χέρια τών Καθολικών,η Αγία Σοφία έγινε Καθολική Εκκλησία.
Το 1261, όταν οι Παλαιολόγοι ξαναπήραν την πόλη, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο 8ος (1261-1282), ανάθεσε την επισκευή της βασιλικής σε αρχιτέκτονα που ήταν επίσης και μοναχός. Οι αντηρίδες της δυτικής όψης έγιναν τότε. Επί Ανδρόνικου του 2ου (1317), ο όγκος του τρούλου προκάλεσε απόκλιση στους εξωτερικούς βορεινούς και νότιους τοίχους, τους οποίους ενίσχυσαν με πυραμιδοειδή στηρίγματα. Η τελευταία λειτουργία που έγινε στην Αγία Σοφία είναι στις 28-29/ΜΑΙ/1453.
Οταν ο σουλτάνος Μεχμέτ ο 2ος ο Πορθητής κατέλαβε στην πόλη εκεί στην Αγία Σοφία έκανε την πρώτη προσευχή του και διάταξε να μετατραπεί ο ναός σε τζαμί. Πρόσθεσαν τότε ένα «Μιχράμπ» (Ιερό) προσανατολισμένο στη Μέκκα μέσα στην ανατολική Ιερή Κόγχη και κατασκεύασαν έναν ξύλινο μιναρέ σε ένα μικρό τρούλο, στα δυτικά.
Αργότερα, επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1520 -1566), τα ψηφιδωτά σκεπάστηκαν με σοβά. Επί Φατίχ επίσης, ο ναός δέχθηκε επισκευές και προσθήκες, όπως ένας μιναρές από τούβλα στα νοτιοανατολικά και μία αντηρίδα στ' ανατολικά. Ο Μπεγιαζίτ ο 2ος (1481 - 1512), ύψωσε ένα λεπτό μιναρέ στα βορειανατολικά. Οι δύο μεγάλοι μιναρέδες στα δυτικά, έγιναν επί Σελίμ του 2ου (1566-1574) και τους έχτισε ο μεγάλος Σινάν.
Οι Οθωμανοί σουλτάνοι πλούτισαν το κτίριο με έργα ισλαμικής τέχνης. Ο Μουράτ ο 3ος (1574-1595), κατασκεύασε τον άμβωνα του «μουεζζίν»
Το 1453 το Βυζάντιο και η Πόλη κατακτώνται από τον σουλτάνο Μεχμέτ και η Αγιά Σοφιά γίνεται τζαμί.
Το 1934, ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, μετατρέπει την Αγία Σοφία σε Μουσείο. Οι ιστορικοί χαρακτηρίζουν την Αγία Σοφία “Κιβωτό της Ορθόδοξης Εκκλησίας και του εθνους”.
Πληροφορίες αντλήθηκαν από
http://www.cmkon.org/AgiaSofia.htm
http://www.cmkon.org/Naoi.htm
http://www.megarevma.net/AgiaSophia.htm
http://www.rodosport.gr/enlefko/kamera.agiasofia.htm February 06 Η σύγχρονη ελληνική μουσική πραγματικότητα χαρακτηρίζεται καθοριστικά από τη φωνή και τα τραγούδια της Χάρις Αλεξίου.
Από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στο μουσικό στερέωμα, στις αρχές της δεκαετίας του '70, μέχρι σήμερα, η Χάρις Αλεξίου έχει διανύσει μια εξαιρετικά γόνιμη και γεμάτη επιτυχίες διαδρομή που οδήγησε αφ'ενός στην αναγνώρισή της σαν ερμηνεύτρια κλασικής αξίας, αφ'ετέρου στην ανάδειξή της σαν κύριο πρόσωπο της νέας ελληνικής δημιουργίας χάρη στους στίχους και τη μουσική της.
Με τη χαρισματική φωνή της, τη μοναδικότητα της ερμηνείας της, τη στιβαρή σκηνική παρουσία της αλλά και τη διαρκή ανίχνευση νέων μουσικών δρόμων η Χάρις Αλεξίου βρίσκεται για πάνω από τριάντα χρόνια στην πρώτη γραμμή του ελληνικού τραγουδιού και στις καρδιές όλου του κόσμου.
Είναι πια η Χαρούλα όλων των Ελλήνων.
Σ΄αυτήν τη συναρπαστική πορεία η Χάρις Αλεξίου έχει συνεργαστεί με τους σπουδαιότερους Έλληνες δημιουργούς, έχει εμφανιστεί στις μεγαλύτερες αίθουσες του κόσμου και έχει τιμηθεί με σημαντικές διακρίσεις. Έχει ηχογραφήσει πάνω από 30 δίσκους, έχει συμμετάσχει σε δίσκους καταξιωμένων αλλά και νεότερων δημιουργών και έχει συνεργαστεί συστηματικά με νέους καλλιτέχνες, εκφράζοντας έτσι τις πολύπλευρες μουσικές αναζητήσεις της.
Πρώτο σημαντικό σταθμό στη δισκογραφία της αποτέλεσε η συμμετοχή της το 1972 στον δίσκο "ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ" των Απόστολου Καλδάρα και Πυθαγόρα με τον Γιώργο Νταλάρα. Μουσικό έργο ιστορικής αξίας που τη δεκαετία του '70 υπήρχε σε κάθε ελληνική δισκοθήκη, σημείωσε ρεκόρ πωλήσεων και αυτοδίκαια εντάχτηκε στις "100 Μεγαλύτερες Ηχογραφήσεις του Αιώνα" της MINOS - EMI.
Το 1973-74 συμμετέχει στον δίσκο "ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΗΛΙΕ" των Μάνου Λοΐζου και Δημήτρη Χριστοδούλου , στον "ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΕΣΠΕΡΙΝΟ" των Απόστολου Καλδάρα και Λευτέρη Παπαδόπουλου, στην "ΟΔΟ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ" των Γιάννη Σπανού και Λευτέρη Παπαδόπουλου.
Η συνάντηση με τον Μάνο Λοϊζο αποτελεί την αρχή μιας ουσιαστικής φιλίας και μιας σπουδαίας συνεργασίας. Το 1975 ηχογραφεί τον πρώτο της προσωπικό δίσκο, τα "12 ΛΑΪΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ", με την "Δημητρούλα" να κατακτά τις προτιμήσεις του κοινού.
Εμφανίζεται σε μπουάτ στην Πλάκα, ανοίγοντας το δρόμο σε ένα νέο τρόπο παρουσίασης των τραγουδιών, τελείως διαφορετικό από τη συμβατική λογική των νυχτερινών κέντρων. Συμπίπτει με την περίοδο της μεταπολίτευσης, του πολιτικού τραγουδιού και της αναβίωσης του ρεμπέτικου, που βρίσκει την Χάρις Αλεξίου να τραγουδά μπαλάντες, λαϊκά και έντεχνα, δημοτικά και ρεμπέτικα.
Τραγουδά για μεγάλο διάστημα με τον Γιώργο Νταλάρα, τραγουδά με τη Δήμητρα Γαλάνη, τον Αντώνη Καλογιάννη, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τον Γιάννη Πάριο. Οι συναυλίες που δίνει σε στάδια και θέατρα με τραγούδια των Λοίζου, Παπαδόπουλου, Νικολόπουλου, Σπανού, Θεοδωράκη, Κουγιουμτζή, σημειώνουν μεγάλη επιτυχία.
Το 1979 κυκλοφορούν "ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΟΥΛΑΣ" του Μάνου Λοΐζου σε στίχους Μανώλη Ρασούλη και Πυθαγόρα. "Ο φαντάρος" ξεχώρισε αμέσως ενώ το "Όλα σε θυμίζουν" έχει καταγραφεί ως μία από τις κλασικές ελληνικές μπαλάντες. Η δεκαετία του '80 ξεκινά με τις μεγάλες επιτυχίες "Φεύγω" και "Ξημερώνει".
Οι μπαλάντες στο δίσκο "ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΧΘΕΣΙΝΗΣ ΜΕΡΑΣ" που ηχογραφεί με την Δήμητρα Γαλάνη γίνονται από τα αγαπημένα των θαυμαστών της. Παράλληλα ηχογραφεί δημοτικά, ρεμπέτικα, και λαϊκά, ενώ δίνει συναυλίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Το 1983 ηχογραφεί "ΤΑ ΤΣΙΛΙΚΑ", ένα συλλεκτικό δίσκο με ρεμπέτικα τραγούδια της περιόδου 1900-1935. Το 1986 συναντά για πρώτη φορά δισκογραφικά τον Θάνο Μικρούτσικο, τραγουδώντας "Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΖΑΛΗ", σε στίχους Άλκη Αλκαίου, Νίκου Καββαδία, Ανδρέα
Μικρούτσικου και Μπάμπη Τσικληρόπουλου. Ο δίσκος γνωρίζει τεράστια επιτυχία με το ομότιτλο τραγούδι, "Το Ερωτικό", την "Ελένη" να ξεχωρίζουν αμέσως. Την ίδια χρονιά κατακτά το γαλλικό κοινό με την εμφάνιση της στο Theatre de la Ville του Παρισιού και αποσπά διθυραμβικές κριτικές. Ταξιδεύει από την Γαλλία στην Κύπρο, την Τυνησία, την Γερμανία και όλη την Ελλάδα.
Το 1987 ανατέλλει ο ΣΕΙΡΙΟΣ και ο Μάνος Χατζιδάκις την καλεί να δώσει ένα ρεσιτάλ με "ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ", την σκηνοθετεί και στη συνέχεια διευθύνει τη δουλειά αυτή στο στούντιο, ενώ το ίδιο καλοκαίρι τραγουδά στις συναυλίες του σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.
Το 1988 συνεργάζεται με νέους καλλιτέχνες και εμφανίζεται με τους Φατμέ, αλλά και με τον σπουδαίο Ιταλό τραγουδοποιό Paolo Conte. Από τις κοινές της εμφανίσεις τους, τον Δεκέμβριο στο ΠΑΛΛΑΣ προκύπτει νέα δισκογραφική συνεργασία, δύο από τα τραγούδια της οποίας απέδωσε στα ελληνικά από η Λίνα Νικολακοπούλου.
Το 1989 "Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΡΧΙΖΕΙ". Έτσι ονομάζεται η μουσική παράσταση που για δύο χρόνια παρουσίασαν μαζί με τη Δήμητρα Γαλάνη και τον Γιάννη Πάριο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, καθώς και ο ομότιτλος δίσκος.
Το 1990 ξεκινά για την Χάρις Αλεξίου με τη δεύτερη δισκογραφική της συνεργασία με τον Θάνο Μικρούτσικο. Είναι το άλμπουμ "ΚΡΑΤΑΕΙ ΧΡΟΝΙΑ ΑΥΤΗ Η ΚΟΛΩΝΙΑ", σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου.
Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, διοργανώνεται στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας μια συναυλία-γιορτή, με τίτλο Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΝΥΧΤΑ, που καταγράφηκε ως μια από τις σημαντικότερες συναυλίες της δεκαετίας. Συμμετείχαν καλλιτέχνες που συνδέθηκε για χρόνια μαζί τους, όπως ο Γιάννης Πάριος, ο Θάνος Μικρούτσικος, η Δήμητρα Γαλάνη, ο Χρήστος Νικολόπουλος, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, ο Γιώργος Σαρρής, ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Λάκης Λαζόπουλος αλλά και η Μελίνα Μερκούρη.
Το 1991 εμφανίζεται στο ΑΤΤΙΚΟΝ με ένα ξεχωριστό πρόγραμμα σε "ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΡΕΙΣ". Στην πρώτη ερμηνεύει τραγούδια των Χατζιδάκι, Μπρεχτ, Λοϊζου, Μικρούτσικου, στη δεύτερη φιλοξενεί συγκροτήματα της σύγχρονης ελληνικής σκηνής, παρουσιάζοντας και δικές της συνθέσεις, ενώ η τρίτη πράξη αποτελεί μια ανθολογία τραγουδιών του ρεπερτορίου της.
Ακολουθεί το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, που ανοίγει για πρώτη φορά τις πόρτες του σε Έλληνα τραγουδιστή. Με τον σκηνικό και τεχνικό εξοπλισμό που χρησιμοποιεί στις συναυλίες της, δημιουργεί νέα δεδομένα για τις εμφανίσεις των καλλιτεχνών.
Το φθινόπωρο του 1991 παρουσιάζει με τον Κώστα Χατζή στο REX και το Ράδιο Σίτι ένα πρόγραμμα που φέρει τη σκηνοθετική σφραγίδα του Mauro Bolognini. Αποτέλεσμα των εμφανίσεων ο δίσκος "Η ΑΛΕΞΙΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΧΑΤΖΗ".
Το 1992 ξεκινά η συνεργασία της με την POLYGRAM και ακολουθεί μια πορεία που χαρακτηρίζεται από νέο ύφος στα τραγούδια. Ηχογραφεί το "ΔΙ' ΕΥΧΩΝ" σε μουσική Νίκου Αντύπα και στίχους Λίνας Νικολακοπούλου, δίσκος που ταράζει τα νερά της ελληνικής δισκογραφίας, ανοίγοντας καινούργιο κύκλο στη μακρόχρονη καριέρα της.
Το 1993 ο δίσκος κυκλοφορεί στην Ιαπωνία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και το Ισραήλ από την POLYGRAM INTERNATIONAL. Το γαλλικό κανάλι M.C.M. International μαγνητοσκοπεί τη συναυλία της στο θέατρο Λυκαβηττού. Δίνει πάνω από 100 συναυλίες σε Ελλάδα, Κύπρο, Η.Π.Α., Καναδά, Ισραήλ, Ευρώπη, κλείνοντας θριαμβευτικά αυτό τον κύκλο εμφανίσεων με συναυλία στο Θέατρο Mogador του Παρισιού.
Το 1994 ηχογραφεί το "ΕΙ!" του Νίκου Αντύπα σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και Άρη Δαβαράκη. Εμφανίζεται στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία και πάλι του Μauro Bolognini. Και τον Οκτώβριο τραγουδάει για πρώτη φορά στην Ιαπωνία.
Ο δίσκος "ΟΔΟΣ ΝΕΦΕΛΗΣ '88" κυκλοφορεί το 1995 και αποτελείται από τραγούδια που έχει γράψει η ίδια. Στις 15 Απριλίου τoυ '95, η Χάρις Αλεξίου βραβεύεται για τον δίσκο αυτό, στo Palais de Congres τoυ Παρισιού με τo "Prix Ad ami", βραβείο πoυ απονέμει κάθε χρόνο σε μεγάλους καλλιτέχνες η Ακαδημία Charles Cros. Δημιουργεί το STUDIO ΝΕΦΕΛΗ και παρουσιάζει τα νέα της τραγούδια, φτιάχνοντας μια νέα ατμόσφαιρα καφεθεάτρου. Την σκηνοθετεί ο Δημήτρης Παπαϊωάννου.
Το 1996 γράφει τους στίχους για το "Τανγκό της Νεφέλης" πάνω σε μουσική της Loreena McKennitt. Το τραγούδι αυτό, μαζί με άλλες ζωντανές ηχογραφήσεις από συναυλίες της σε όλο τον κόσμο την περίοδο '92-'96, αποτελούν το υλικό του δίσκου "ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ '92-'96". Το "Ταγκό της Νεφέλης" βρίσκεται για πολλούς μήνες ανάμεσα στα δέκα πρώτα τραγούδια της world music στην Ευρώπη.
Το καλοκαίρι του 1997, ανταποκρινόμενη στην πρόσκληση της Επιτροπής Διεκδίκησης Ολυμπιακών Αγώνων "Αθήνα 2004", έδωσε συναυλία στον χώρο της Πνύκας με φόντο την Ακρόπολη. τεράστια επιτυχία της πρώτης συναυλίας, στις 21 Ιουλίου, αλλά και οι υπεράριθμοι θεατές που δεν κατάφεραν να την παρακολουθήσουν, ήταν η αιτία να πραγματοποιηθούν δύο ακόμα συναυλίες στην Πνύκα.
Το 1998 κυκλοφορεί "ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ", ο δεύτερος δίσκος με αποκλειστικά δικά της τραγούδια, η ηχογράφηση του οποίου έγινε στο Studio Guillaume Tell του Παρισιού με Έλληνες και ξένους μουσικούς.
Περιοδεύει με τον Νίκο Παπάζογλου στη Βόρεια και Νότια Αμερική και τον Δεκέμβριο εμφανίζεται στην Αθήνα. Το "Διογένης Studio" ανακατασκευάστηκε για να καλύψει τις ανάγκες της παράστασης που παρουσίασε με τον Χρήστο Νικολόπουλο. Τις παραστάσεις σκηνοθετεί και πάλι, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου.

Τον Οκτώβριο του 1999 τραγουδάει με την διάσημη τουρκάλα τραγουδίστρια Sezen Aksu στην Κωνσταντινούπολη και την Αθήνα για τους σεισμοπαθείς των δυο χωρών, με την υποστήριξη του υπουργείου Πολιτισμού. Η συνεργασία αυτή συνεχίζεται το καλοκαίρι του 2000 στην Κωνσταντινούπολη και την Σμύρνη.
Τον Σεπτέμβριο του 2000 κυκλοφορεί ο δίσκος "ΨΙΘΥΡΟΙ". Ερμηνεύει αγαπημένα της τραγούδια μόνο με πιάνο και φωνή. Τα παρουσιάζει τον Οκτώβριο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, και το καλοκαίρι, στο μικρό αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Μια συναυλία-ρεσιτάλ με τη συνοδεία μικρού μουσικού συνόλου.
Την ίδια χρονιά ιδρύει τη δική της δισκογραφική εταιρία, την "Εστία" ", με σκοπό να στεγάσει όλες τις μελλοντικές της προτάσεις στη δισκογραφία. Το πρώτο άλμπουμ που κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο είναι το "ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΦΩΣ". Στον δίσκο αυτό συναντά και πάλι συνθέτες και στιχουργούς με τους οποίους συνεργάστηκε στο παρελθόν.
Το "ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΦΩΣ" γίνεται Lumiere Etrange και κυκλοφορεί σε όλη την Ευρώπη από τη Universal Γαλλίας. Ταυτόχρονα η Χάρις Αλεξίου εμφανίζεται στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές αίθουσες, όπου αποθεώνεται από κοινό και κριτική με κορυφαία στιγμή την εμφάνιση της στο θέατρο Olympia του Παρισιού.
Το 2002 είναι μια ακόμη δημιουργική χρονιά. Εμφανίζεται στη νέα μουσική σκηνή Cine Κεραμεικός, ", τραγουδώντας αυτή τη φορά περισσότερα λαϊκά τραγούδια. Μαζί της ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας και νεότεροι καλλιτέχνες. Κυκλοφορεί το Cine ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ LIVE.
Το 2003 ο δίσκος Ως την άκρη του ουρανού σου ξεπέρασε τις 160.000 πωλήσεις, έγινε τέσσερις φορές πλατινένιος και η Χάρις Αλεξίου αναδείχθηκε Best Selling Greek Artist για την περίοδο Αύγουστος 2003 έως Αύγουστο 2004 από τα WORLD MUSIC AWARDS, έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς της παγκόσμιας δισκογραφίας.
Τον Οκτώβριο 2004 κυκλοφόρησε η συλλογή τραγουδιών με τίτλο Ανθολόγιο. Το διπλό CD περιλαμβάνει 38 τραγούδια από το σύνολο της δισκογραφίας της και δύο καινούργια. Η ίδια επέλεξε προσεκτικά τα τραγούδια με κριτήριο όχι μόνο το τι έχει αγαπήσει πιο πολύ ο κόσμος αλλά και το τι σημαίνει το κάθε τραγούδι για την ίδια. Χωρίς να ακολουθείται η χρονολογική σειρά, σε ένα ενδιαφέρον παιχνίδι με τα είδη και τις εποχές, δημιουργείται ένα απόλυτα αρμονικό σύνολο για μια ισορροπημένη ακρόαση
Τον Απρίλιο 2005 επανεκδόθηκαν 16 CD's, όλος ο κατάλογός της στην MINOS EMI, σε remastering και repackaging. Τα άλμπουμς επανεκδόθηκαν με νέα ψηφιακή ηχητική επεξεργασία, σε νέες εξαιρετικά επιμελημένες εκδόσεις (νέα εικαστική επιμέλεια και προσαρμογή του πρωτότυπου υλικού, εκ νέου επιμέλεια και προσθήκη συνοδευτικών κειμένων και στίχων καθώς και φωτογραφιών αρχείου, σύγχρονες με την εποχή της πρώτης έκδοσης).
Από την Ελλάδα ώς την Αυστραλία, από τη Ρωσία ώς την Αφρική, από την Ευρώπη ώς την Αμερική και την Ιαπωνία, η Χάρις Αλεξίου τραγουδά και ταξιδεύει με τη φωνή της το αίσθημα του ελληνικού τραγουδιού. Η ίδια άλλωστε, πιστεύει ότι το ελληνικό τραγούδι μέσα από τους ποιητές και τους μουσουργούς του, την οδήγησε στο να αγαπήσει και να κατανοήσει βαθύτερα τον πολιτισμό και την ιστορία του τόπου της.
Πρώτος σημαντικός σταθμός στη δισκογραφία της αποτέλεσε η συμμετοχή της το 1972 στον δίσκο "ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ" των Απόστολου Καλδάρα και Πυθαγόρα με τον Γιώργο Νταλάρα. Μουσικό έργο ιστορικής αξίας που τη δεκαετία του '70 υπήρχε σε κάθε ελληνική δισκοθήκη, σημείωσε ρεκόρ πωλήσεων και αυτοδίκαια εντάχτηκε στις "100 Μεγαλύτερες Ηχογραφήσεις του Αιώνα" της MINOS - EMI.
Περιεχόμενα
1. ΜΕΣ ΤΟΥ ΒΟΣΠΟΡΟΥ ΤΑ ΣΤΕΝΑ 2. ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑΣ 3. ΔΥΟ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΑ ΑΠ Τ ΑΙΒΑΛΙ 4. Η ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ 5. ΠΕΤΡΑ - ΠΕΤΡΑ ΧΤΙΣΑΜΕ 6. Η ΣΜΥΡΝΗ 7. ΓΙΟΡΤΗ ΖΕΙΜΠΕΚΗΔΩΝ 8. ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ 9. ΠΗΡΕ ΦΩΤΙΑ ΤΟ ΚΟΡΔΕΛΙΟ 10. ΤΙ ΝΑ ΘΥΜΗΘΩ ΤΙ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ 11. Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Το 1973-74 συμμετέχει στον δίσκο "ΚΑΛΉΜΕΡΑ ΗΛΙΕ" των Μάνου Λοΐζου και Δημήτρη Χριστοδούλου
1. Θα έρθει μόνο μια στιγμή 2. Χτύπησαν αργά 3. Μια καλημέρα 4. Όταν σε είδα να ξυπνάς 5. Με φάρο το φεγγάρι 6. Δώδεκα παιδιά 7. Ποιος το ξέρει 8. Ας μην είχες τόσα λάθη 9. Τι να το κάνεις το κορμί 10. Δώδεκα παιδιά 11. Κανένας δεν μου μίλησε 12. Καλημέρα ήλιε
Το 1973-74 συμμετέχει , στον "ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΕΣΠΕΡΙΝΟ" των Απόστολου Καλδάρα και Λευτέρη Παπαδόπουλου
ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ / ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ / ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ / Α.ΚΑΛΔΑΡΑΣ
Περιεχόμενα
1. ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΣΜΙΓΕΙ Η ΔΥΣΗ ΚΙ Η ΑΝΑΤΟΛΗ 2. ΒΑΡΑ ΝΤΑΓΕΡΕ 3. ΓΙΑ ΠΑΡΕ ΓΥΦΤΟ ΣΦΥΡΙ ΚΙ ΑΜΟΝΙ 4. ΚΑΜΠΑΝΑ ΤΟΥ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ 5. ΓΙΑ ΠΑΡΕ ΜΑΝΑ 6. ΑΠΤΑΛΙΚΟ 7. ΑΧ ΚΑΙ ΝΑ 'ΜΟΥΝΑ ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ 8. ΜΕ ΒΡΗΚΕ Ο ΧΑΡΟΣ 9. ΣΤΗΝ ΞΕΝΙΤΙΑ 10. ΚΑΠΟΥ ΧΑΡΑΖΕΙ 11. ΤΑ ΧΕΡΑΚΙΑ ΜΟΥ ΔΕΜΕΝΑ 12. Η ΠΑΝΑΓΙΑ
Το 1973-74 συμμετέχει επίσης στην "ΟΔΟ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ" των Γιάννη Σπανού και Λευτέρη Παπαδόπουλου.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ / ΟΔΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΠΑΡΙΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ ΚΑΛΑΤΖΗΣ
Περιεχόμενα
1. ΕΙΠΑ ΝΑ ΦΥΓΩ 2. ΚΑΙ 3. ΑΜΑΝΑΜ 4. ΣΑΝ ΤΗΝ ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΗ 5. ΜΠΟΥΖΟΥΚΟΜΠΑΓΛΑΜΑΔΕΣ 6. ΓΥΡΙΖΑΝ ΤΑ ΤΡΑΙΝΑ 7. ΚΙ ΑΚΑΡΤΕΡΕΙ 8. ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΦΟΡΑ 9. ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΑΚΙ 10. ΤΟΥ ΓΥΑΛΟΥ ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ 11. ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ 12. ΟΔΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
Το 1975 ηχογραφεί τον πρώτο της προσωπικό δίσκο, τα "12 ΛΑΪΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ", με την "Δημητρούλα" να κατακτά τις προτιμήσεις του κοινού.
"12 ΛΑΪΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ" Δημητρουλα μου
Όταν πίνει μια γυναίκα Η Ρόζα Πως το λένε Πέργαμε Έτσι που πας Ελενίτσα Σ' ένα βράχο Τσαχπίν Μια στεναχώρια Σουρουπώματα Ελλάδα (Λενγκω Λενγκω)
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
1975 12 ΛΑΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
1976 ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ
1976 ΛΑΙΚΕΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ
1977 24 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
1979 ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΟΥΛΑΣ
1980 ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ
1981 ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΧΘΕΣΙΝΗΣ ΜΕΡΑΣ
1981 ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΟΥ
1982 Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΚΥΚΛΟΥΣ ΚΑΝΕΙ
1983 ΤΑ ΤΣΙΛΙΚΑ
1984 ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
1986 Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΖΑΛΗ
1987 Η ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ ΣΕ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
1988 Η ΝΥΧΤΑ ΘΕΛΕΙ ΕΡΩΤΑ
1988 ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ(BEST)
1990 KΡΑΤΑΕΙ ΧΡΟΝΙΑ ΑΥΤΗ Η ΚΟΛΟΝΙΑ
1991 Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΝΥΧΤΑ
1991 Η ΑΛΕΞΙΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΧΑΤΖΗ
1992 ΔΙ'ΕΥΧΩΝ
1993 ΟΙ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΧΑΡΟΥΛΑΣ
1994 ΕΙ
1995 ΟΔΟΣ ΝΕΦΕΛΗΣ 88
1996 ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
1997 ΕΝΑ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
1997 ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ & ΕΝΑ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
1998 ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
2000 ΨΙΘΥΡΟΙ
2000 ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΦΩΣ
2002 CINE ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ
2003 ΩΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΣΟΥ
2005 ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ
2006 ΒΥΣΣΙΝΟ ΚΑΙ ΝΕΡΑΤΖΙ
1976 - Χάρις Αλεξίου 2
1. ΤΟ ΕΡΗΝΑΚΙ 2. ΕΛΑ ΠΑΡΕ ΜΕ 3. Ο ΝΤΟΚΤΟΡ 4. Η ΓΚΑΡΣΟΝΑ 5. ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΑΠ' ΤΑ ΝΙΑΤΑ Μ. 6. ΚΑΛΗΝΥΧΤΙΑ 7. ΚΑΙ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΡΙΜΑ 8. ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ 9. ΠΩΣ ΝΑ ΣΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΩ 10. ΜΑΝΑ ΓΛΥΚΕΙΑ 11. ΚΙΤΡΙΝΗ ΠΟΛΗ 12. ΚΥΡΙΑΚΗ ΒΡΑΔΑΚΙ 13. ΛΙΝΑΡΝΤΟ.
1976 - Λαϊκές Κυριακές
Μουσική Σταύρου Κουγιουμτζή
1. ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΚΟΡΟΙΔΕΥΕΙΣ (στιχ. Μαν Ελευθεριου) 2. ΕΣΕΝΑΝΕ ΘΑ ΔΙΑΛΕΓΑ (Λ Παπαδοπουλου) 3. ΤΡΕΙΣ Η ΩΡΑ ΝΥΧΤΑ (Μ Ελευθεριου) 4. ΕΦΤΑΙΞΑ ΕΦΤΑΙΞΑ (Μ Ελευθεριου) 5. ΣΟΥ ΣΤΕΛΝΩ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΑΤΑ ( Μπουρμπουλη) 6. ΘΑΤΑΝ ΔΩΔΕΚΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ (Μπουρμπουλη) 7. ΤΑ ΣΚΟΥΡΑ ΜΑΤΙΑ (Παπαδοπουλου) 8. ΧΡΟΝΙΑ ΣΑ ΒΡΟΧΗ (Μ Ελευθεριου) 9. ΑΠ ΤΟΝ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟ ΜΑΡΤΗ (Μ Ελευθεριου) 10. ΦΥΓΑΝΕ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ( Δασκαλοπουλου) 11. ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ( Παπαδοπουλου) 12. ΠΗΝΕΛΟΠΗ (Μπουρμπουλη)
February 04
Μητέρα Τερέζα, 1910-1997
________________________________
|
«Θα έπρεπε να λέμε λιγότερα λόγια.
Ένα κήρυγμα δεν είναι σημείο συνάντησης. Τι να κάνουμε λοιπόν; Ας πάρουμε μια σκούπα και ας καθαρίσουμε το σπίτι κάποιου. Αυτό λέει πολλά»
Το 1910 γεννήθηκε στα Σκόπια, στην Αλβανία, και το 1928 εισέρχεται στο Τάγμα των αδερφών Λορέττο στην Ιρλανδία.
- 1929-48 Διδάσκει γεωγραφία στο Λύκειο ST.MARYS στην Καλκούτα και το 1948 ζητάει από την καθολική εκκλησία να ζήσει έξω από το σχολείο και να υπηρετήσει τους «φτωχότερους των φτωχών» στους δρόμους της Καλκούτας.
- 1950 Ιδρύει το τάγμα των Αδελφών του Ελέους στην Καλκούτα και μέχρι το 1960 έχει ανοίξει 25 Οίκους στην Ινδία και συνεχίζει σε 100 χώρες του κόσμου.
- Το 1971 κερδίζει το βραβείο Ειρήνης του Πάπα Ιωάννη ΧΧΙΙΙ και το 1979 κερδίζει το Νόμπελ Ειρήνης.
Οι οίκοι της φροντίζουν ετοιμοθάνατους, ναρκομανείς, πόρνες, κακοποιημένες γυναίκες, ορφανά παιδιά, ασθενείς από ΑΙDS. - Πεθαίνει 5-9-1997 από ανακοπή καρδιάς στην Ινδία.
Το ερώτημα είναι αν μέσα στην εποχή της πολυπλοκότητας και της σύγχυσης έχει να πει κάτι σε κείνους που αναζητούν έναν καλύτερο τρόπο ζωής στον 21 αιώνα. Από όσα είπε και έκανε θα μπορούσαμε να μάθουμε περισσότερα για το πώς να συνδεθούμε με τους ανθρώπους γύρω μας;
Ας δούμε τη δύναμη της Μητέρας Τερέζας σαν ένα σύμβολο έμπρακτης αγάπης, μέσα από τα λόγια και τα έργα της:
«Είναι ένα πολύ όμορφο μονοπάτι. Το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε, είναι να προσευχόμαστε και να αρχίσουμε να αγαπάμε περισσότερο».
Αν κοιτάξουμε πίσω από τη δημόσια εικόνα, βλέπουμε ότι η πίστη και η καθαρότητα του σκοπού της μας δίνουν έντονα μαθήματα για τον τρόπο αγάπης, υπηρεσίας και σεβασμού των συνανθρώπων μας, ειδικά εκείνων που είναι φτωχοί και στερημένοι.
Η Μητέρα Τερέζα κάνει πράξη τα λόγια της, σε μία από τις μεγαλύτερες, φτωχότερες και πιο μολυσμένες πόλεις της Ασίας.
Το 1946 δέχτηκε το «κάλεσμα» του Θεού να υπηρετήσει τους φτωχότερους των φτωχών και να βοηθήσει έναν άρρωστο και ετοιμοθάνατο που βρήκε στους δρόμους της Καλκούτας
. Μεταφέρει την Ιεραποστολική υπηρεσία της από εκείνη της δασκάλας σε υπηρέτριας, ακολουθώντας την πίστη και το όραμά της.
Θεωρείται συνδυασμός προσγειωμένης ύπαρξης και υπερβατικής ψυχής.
«Η αγιότητα είναι για τον καθένα, είναι ένα απλό καθήκον για όλους». Η ιδέα που εκτιμάται όλο και περισσότερο στη σύγχρονη ζωή είναι η ισορροπία. Το πνευματικό μονοπάτι της μας δείχνει πόσο σημαντικό είναι να ισορροπήσουμε τη ζωή με προσευχή και πρακτική δράσης.
Αυτη η ισορροπία ανάμεσα στην επίγνωση των μικρών λεπτομερειών στο εδώ και στο τώρα και σε μία μεγαλύτερη, πιο αιώνια θεώρηση, της επιτρέπει να είναι προσιτή, δυνατή, προσγειωμένη αλλά και ενατενιστική και προσευχόμενη.
Αναφερόμενη στον εαυτό της είπε: «Η καταγωγή μου είναι Αλβανική. Η υπηκοότητα μου Ινδική. Είμαι καθολική μοναχή. Όσο για την αποστολή μου ανήκω σε ολόκληρο τον κόσμο». «Έργο μας είναι να ενθαρρύνουμε Χριστιανούς και μη, να κάνουν έργα αγάπης.
Και κάθε έργο αγάπης που γίνεται ολόκαρδα, οδηγεί πάντα τους ανθρώπους πιο κοντά στο Θεό».
Οι Αδελφές του Ελέους υπηρετούν κατά μεγάλο μέρος μη χριστιανικές κοινότητες και δεν αναγκάζουν όσους βοηθούν να ασπαστούν τον Καθολικισμό. Τα μέλη του τάγματος παίρνουν όρκο αγνότητας, πενίας, υπακοής και υπηρεσίας στους φτωχότερους των φτωχών.
«Είναι αναγκαίο να κάνουμε μικρά πράγματα με μεγάλη αγάπη. Είναι απλό, αλλά όχι εύκολο». «Πεινάμε περισσότερο από έλλειψη αγάπης και εκτίμησης σε αυτό τον κόσμο, παρά από έλλειψη τροφής. Η αγάπη καρπίζει όλες τις εποχές και ο καρπός της είναι προσιτός σε όλους. Αν θέλουμε να ακουστεί ένα μήνυμα αγάπης, πρέπει να βρούμε τρόπο να το στείλουμε. Η λάμπα θα παραμένει αναμμένη και θα φωτίζει, όσο εμείς θα φροντίζουμε να μη σωθεί το λάδι».
Ο ορισμός της πενίας είναι πλατύς, σύμφωνα με τα λόγια της Μητέρας Τερέζας «Ο πεινασμένος και μοναχικός όχι μόνο για τροφή, αλλά και για το Λόγο το Θεού.
Ο διψασμένος και αδαής, όχι μόνο για νερό, αλλά για γνώση, γαλήνη, αλήθεια, δικαιοσύνη και αγάπη.
Ο γυμνός και δίχως αγάπη, όχι μόνο από ρούχα, αλλά και από ανθρώπινη αξιοπρέπεια
Ο ανεπιθύμητος, το αγέννητο παιδί, τα θύματα του ρατσισμού.
Ο άστεγος και εγκαταλελειμμένος όχι μόνο από ένα καταφύγιο φτιαγμένο από τούβλα, αλλά και από μία καρδιά που κατανοεί, σκεπάζει, αγαπάει.
Ο άρρωστος, ο ετοιμοθάνατος, οι άποροι και αιχμάλωτοι, όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στο νου και στο πνεύμα.
Όλοι εκείνοι που έχουν χάσει κάθε ελπίδα και πίστη στη ζωή, οι αλκοολικοί και οι ναρκομανείς και όλοι εκείνοι που έχασαν το Θεό (για αυτούς υπήρχε και υπάρχει ο Θεός) και οι οποίοι έχουν χάσει κάθε ελπίδα στη δύναμη και Πνεύματος».
Για να υπηρετήσουμε τους φτωχούς είναι αναγκαίο ένα χάσιμο του Εγώ. «Πώς μπορείς να γνωρίσεις αληθινά τους φτωχούς, αν δε ζεις όπως αυτοί;
Αν παραπονεθούν για την τροφή, μπορούμε να τους απαντήσουμε ότι και εμείς τρώμε την ίδια.
Όσα περισσότερα έχουμε, τόσα λιγότερα μπορούμε να δώσουμε. Η πενία είναι ένα θαυμάσιο δώρο, γιατί μας χαρίζει ελευθερία, σημαίνει ότι έχουμε λιγότερα εμπόδια προς το Θεό». «Χωρίς το δικό μας πόνο το έργο μας θα ήταν απλώς κοινωνικ
Η αποδοχή του πόνου, όχι με θυσιαστικό τρόπο, αλλά με χαρούμενο πνεύμα και ευδιαθεσία είναι αυτή που φέρνει χαρά στο έργο των μελών του τάγματος». Μας καλεί να βιώσουμε την ευτυχία και τη χαρά που προέρχεται από την προσφορά και την αποδοχή, ζώντας και συμμετέχοντας με δράση.
Το μονοπάτι της αποτελείται από έξι βασικά βήματα: σιωπή, προσευχή, πίστη, αγάπη, υπηρεσία και γαλήνη. Η εξοικείωση με ένα από αυτά θα οδηγήσει κατά φυσικό τρόπο στο άλλο. Αν αφεθεί κάποιος στη φυσική αυτή διαδικασία, αναπόφευκτα και η ζωή κυλάει πιο ομαλά, πιο χαρούμενα και πιο γαλήνια.
* Καρπός της σιωπής είναι η προσευχή * Καρπός της προσευχής είναι η πίστη * Καρπός της πίστης είναι η αγάπη * Καρπός της αγάπης είναι η υπηρεσία * Καρπός της υπηρεσίας είναι η γαλήνη.
Καρπός της σιωπής είναι η προσευχή Όλοι πρέπει να βρίσκουμε χρόνο να μένουμε σιωπηλοί και να διαλογιζόμαστε. Να ακούμε το Θεό. Η προσευχή θρέφει τη ψυχή και μας χαρίζει αγνή και καθαρή καρδιά. Κάθε βράδυ πριν πέσουμε για ύπνο πρέπει να εξετάζετε τη συνείδησή σας. Συγχωρείτε όσους σας έβλαψαν, όπως σας έχουν συγχωρέσει.
Καρπός της προσευχής είναι η πίστη Ο Θεός υπάρχει παντού και στο καθετί. Υπάρχουν τότες πολλές Θρησκείες και η κάθε μία έχει διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης του Θεού. Όλοι είμαστε ικανοί για το καλό και το κακό. Δε γεννιόμαστε κακοί: Ο καθένας έχει κάτι καλό μέσα του. Μερικοί το κρύβουν, άλλοι το παραμελούν, αλλά αυτό υπάρχει.
Το να γνωρίσετε τον εαυτό σας και να πιστέψετε στον εαυτό σας, σημαίνει ότι μπορείτε να γνωρίσετε και να πιστέψετε στο Θεό. Το χθες έχει περάσει και το αύριο δεν έχει έρθει ακόμη, επομένως πρέπει να ζούμε την κάθε μέρα σαν να ήταν η τελευταία μας, ώστε όταν μας καλέσει ο Θεός, να είμαστε έτοιμοι και προετοιμασμένοι να πεθάνουμε με καθαρή την καρδιά.
Καρπός της πίστης είναι η Αγάπη Υπάρχει δίψα για αγάπη, όπως υπάρχει δίψα για το Θεό. Η μεγαλύτερη ασθένεια στη Δύση δεν είναι η φυματίωση ή η λέπρα, είναι η μοναξιά, η έλλειψη αγάπης, φροντίδας και πνευματικότητας. Μπορούμε να θεραπεύσουμε τις σημαντικές ασθένειες με φάρμακα, αλλά η θεραπεία για τη μοναξιά, την απελπισία και την απογοήτευση είναι η αγάπη. Η αγάπη πρέπει να αρχίζει με ένα άτομο, να έρθετε σε επαφή μαζί του, να το πλησιάσετε. Μη δίνετε απλώς χρήματα, αλλά αντίθετα δώστε τους το χέρι. Η αγάπη πρέπει να μπαίνει σε πράξη, χωρίς προσδοκίες. Το σημαντικό δεν είναι τι κάνετε αλλά πόση αγάπη βάζετε σ’ αυτό που κάνετε και μοιράζεστε με άλλους. Θα πρέπει να δίνετε κάτι που θα έχει ένα κόστος για σας, δίνετε εκείνο χωρίς το οποίο δεν μπορείτε να ζήσετε, κάτι που αληθινά σας αρέσει. Αυτό είναι έμπρακτη αγάπη. Πρέπει να δεχόμαστε τον πόνο με χαρά, και να δίνουμε με χαμόγελο. Τα έργα της αγάπης είναι έργα χαράς.
Καρπός της Αγάπης είναι η Υπηρεσία Η έμπρακτη αγάπη είναι υπηρεσία. Να δίνετε χωρίς όρους ό,τι χρειάζεται ένα άτομο σε μία στιγμή. Το σημαντικό είναι να κάνετε κάτι (οσοδήποτε μικρό) και να δείξετε με τις πράξεις σας ότι ενδιαφέρεστε, με το να αφιερώνετε το χρόνο σας. Να κάνετε κάτι υλικό ή προσφορά πνευματικής υποστήριξης.
Καρπός της Υπηρεσίας είναι η Γαλήνη Όταν μοιράζεστε την αγάπη με τους άλλους, θα παρατηρείτε τη γαλήνη που έρχεται σε σας και σ’ αυτούς. Όταν υπάρχει γαλήνη, υπάρχει Θεός, που με αυτό τον τρόπο αγγίζει τη ζωή μας και δείχνει την αγάπη του για μας. Έχουμε δικαίωμα να είμαστε ευτυχισμένοι και γαλήνιοι. Το να είμαστε ευτυχισμένοι αυτή τη στιγμή, αυτό αρκεί. Μία στιγμή είναι το μόνο που χρειαζόμαστε, όχι περισσότερο. Δε χρειάζονται πολλά, αρκεί ακόμη και το να χαρίσετε ένα χαμόγελο. Ο κόσμος θα ήταν πολύ καλύτερος, αν ο καθένας χαμογελούσε περισσότερο. Να είστε ευχάριστοι, να είστε χαρούμενοι που ο Θεός σας αγαπάει.
Από τους επικριτές της κατηγορήθηκε ως φανατικά θρησκόληπτη, πολιτικά επιτήδεια και συνέποχη γήινων κοσμικών δυνάμεων, στρατευμένη σύμφωνα με δυνάμεις της εξουσίας (π.χ. η επαφή της με τον δικτάτορα Ζαν-Κλοντ Ντυβαλέ και της συζύγου του Μισέλ από την Αϊτή, η φωτογράφηση και τα χρήματα από τον Τζον-Ρότζελ ηγέτη της ΜSIA, η συνάντησή της με την Χίλαρι Κλίντον, τον Ρόμπερν Μαξγουέλ, τον Ρόναλντ Ρέιγκαν, την Μάργκαρετ Θάτσερ, τη βασίλισσα Ελισάβετ Β’ και τον καταδικασμένο μεγαλοαπατεώνα Τσαρλς Κίτινγκ απο τον οποίο έλαβε ένα εκατομμύριο δολάρια). Κατηγορήθηκε επίσης ότι οι μεγάλες δωρεές που δεχόταν έμεναν σε τραπεζικούς λογαριασμούς και δεν ξοδεύονταν για τους φτωχούς, αλλά για ιεραποστολικά έργα.
Ο δόκτωρ Ρόμιν Φόζ, εθελοντές και ασθενείς λένε ότι δε χορηγούνταν παυσίπονα στους ασθενείς, χρησιμοποιούσαν τις ίδιες βελόνες ξανά και ξανά, δεν επιτρέπονταν τηλεόραση και επισκέψεις από φίλους των ασθενών και βάπτιζαν κρυφά εκείνους που πέθαιναν. Επίσης ήταν κατά της άμβλωσης ακόμα και σε μαζικούς βιασμούς π.χ. στον πόλεμο του Μπανγλαντές. Χρησιμοποιήθηκε για να κατασιγάσει την οργή του πλήθους π.χ. 1984 Μποπάλ μετά τη βιομηχανική καταστροφή όπως και για τα θύματα ακτινοβολίας από το Τσερνομπίλ.
Βιβλιογραφία -Μητέρα Τερέζα «Ένα απλό μονοπάτι», εκδόσεις Πύρινος Κόσμος -Μητέρα Τερέζα «Θεωρία και Πράξη» Κρίστοφερ Χίτσενς, εκδόσεις Στάχυ -Η σοφία των αιώνων Dr. Wayne Εκδόσεις, Δυναμική επιτυχίας |
Leonardo da Vinci
______________
Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι (15 Απριλίου 1452 — 2 Μαΐου 1519) ήταν Ιταλός αρχιτέκτονας, ζωγράφος, γλύπτης, μουσικός, εφευρέτης, μηχανικός, ανατόμος, γεωμέτρης και επιστήμονας που έζησε την περίοδο της Αναγέννησης. Θεωρείται αρχετυπική μορφή του Αναγεννησιακού καλλιτέχνη, Homo Universalis και μια ιδιοφυής προσωπικότητα. Μεταξύ των πιο διάσημων έργων του βρίσκονται η Μόνα Λίζα και ο Μυστικός Δείπνος. Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, υπήρξε ακόμα σημαντικός εφευρέτης και επιστήμονας, με σημαντική συνεισφορά στην ανατομία, και την αστρονομία.
Βιογραφία
Ο Λεονάρντο γεννήθηκε στην πόλη Αντσιάνο, κοντά στο Βίντσι της Ιταλίας στις 15 Απριλίου του έτους 1452 μ.Χ. Το πλήρες όνομα του ήταν "Leonardo di ser Piero da Vinci" αν και υπέγραφε τα έργα του ως "Leonardo" ή "Io, Leonardo" ("Εγώ, ο Λεονάρντο"). Ήταν καρπός του έρωτα του Πιέρο ντα Βίντσι και της Κατερίνας, της οποίας δεν γνωρίζουμε την πλήρη ταυτότητα. Οι δυο τους δεν έγιναν ποτέ νόμιμο ζευγάρι. Ο Πιέρο ήταν συμβολαιογράφος στην περιοχή, όπως και ο πατέρας του, παππούς του Leonardo. Η μητέρα του, η Κατερίνα, πιθανόν ήταν ταπεινότερης καταγωγής, μάλλον υπηρέτρια. Ένα χρόνο περίπου μετά τη γέννηση του Leonardo οι γονείς του παντρεύτηκαν΄ ο Πιέρο τη κόρη ενός πλούσιου συμβολαιογράφου και η Κατερίνα έναν εργάτη υψικάμινου.
Μεγάλωσε με τον πατέρα του στην πόλη της Φλωρεντίας, όπου από πολύ μικρή ηλικία έδειξε δείγματα της ευφυΐας και του καλλιτεχνικού του ταλέντου. Αυτός ήταν και ο λόγος που στάλθηκε σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών ως μαθητευόμενος στο εργαστήριο του φλωρεντινού ζωγράφου και αρχιτέκτονα Αντρέα ντελ Βερόκιο (1433-1485). Το 1472 ο Λεονάρντο γίνεται -- σύμφωνα με το έθιμο της εποχής -- μέλος της συντεχνίας των ζωγράφων της Φλωρεντίας, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι αποτελούσε έναν ανεξάρτητο καλλιτέχνη. Το πιο πρώιμο γνωστό έργο του αποτελεί το επονομαζόμενο Σχέδιο τοπίου στην κοιλάδα του Άρνου, το οποίο βρίσκεται σήμερα στην πινακοθήκη Ουφίτσι της Φλωρεντίας.
Σε όλη την περίοδο του 1472-1480 εργάστηκε στο εργαστήριο του Βερόκιο ενώ παράλληλα φιλοτεχνούσε και δικούς του πίνακες. Αργότερα, το 1482 μετακόμισε στο Μιλάνο όπου πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως μηχανικός, ζωγράφος και γλύπτης στον ηγεμόνα του Μιλάνου Λουδοβίκο Σφόρτσα. Ο Λεονάρντο διέθετε δικό του εργαστήριο με βοηθούς. Την ίδια περίπου περίοδο εργάστηκε ως σύμβουλος αρχιτέκτονας στον καθεδρικό ναό του Μιλάνου, ενώ το διάστημα 1495-1498 μετά από παραγγελία του Λουδοβίκου Σφόρτσα ζωγραφίζει τον Μυστικό Δείπνο στο μοναστήρι της Σάντα Μαρία ντελε Γκράτσιε. Ως καλλιτέχνης της αυλής, ο Λεονάρντο δέχθηκε αρκετές παραγγελίες για έργα που τις περισσότερες φορές ωστόσο άφηνε ημιτελή.
Τον Οκτώβριο του 1499 και μετά την ήττα του προστάτη του Λουδοβίκου Σφόρτσα από τα γαλλικά στρατεύματα, ξεκινά κατά πάσα πιθανότητα ένα φιλόδοξο έργο για λογαριασμό του Λουδοβίκου ΙΒ', βασιλιά της Γαλλίας. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, εγκαταλείπει το Μιλάνο και περνά ένα διάστημα στη Βενετία, για να επιστρέψει το 1500 στην Φλωρεντία όπου ξεκινά ίσως η παραγωγικότερη περίοδος του ως ζωγράφος.
Τον Ιούνιο του 1502, ταξιδεύει με τον Καίσαρα Βοργία στην κεντρική και άνω Ιταλία με την ιδιότητα του αρχιτέκτονα και μηχανικού. Μεταξύ άλλων σχεδιάζει χάρτες για τις εκστρατείες του Καίσαρα. Τον Μάρτιο του επόμενου χρόνου βρίσκεται πάλι στη Φλωρεντία όπου ξεκινά να εργάζεται πάνω στο περίφημο έργο του, την Μόνα Λίζα, κατόπιν παραγγελίας του συζύγου της Φραντσέσκο ντελ Τζοκόντο. Λίγο αργότερα αρχίζει την τοιχογραφία Η Μάχη του Ανγκιάρι για την αίθουσα συνεδριάσεων του Παλάτσο Βέκιο, έργο που θα μείνει ημιτελές.
Αυτοπροσωπογραφία του ντα Βίντσι (περίπου του 1513).
Την περίοδο 1508-1512 ζει σχεδόν αποκλειστικά στο Μιλάνο, παρέχοντας τις υπηρεσίες του στον Charles d' Amboise, κυβερνήτη της πόλης. Ο Λεονάρντο αποτελεί πλέον διάσημο καλλιτέχνη και το διάστημα αυτό υποβάλλει σχέδια για το μνημείο του Trivulzio, συνεχίζει τις ανατομικές του μελέτες και αναλαμβάνει αρκετές παραγγελίες. Μετά τον θάνατο του Charles d' Amboise το 1511 και την εκδίωξη των Γάλλων από το Μιλάνο τον επόμενο χρόνο, ο Λεονάρντο επισκέπτεται την Ρώμη υπό την προστασία του αδελφού του πάπα Λεόντα Ι', Τζουλιάνο των Μεδίκων. Στο περιβάλλον της παπικής αυλής καταπιάνεται με διάφορα επιστημονικά πειράματα και μελέτες. Πέρα από διάφορες εφερεύσεις του, σχεδιάζει το έργο της αποξήρανσης των ελών της περιοχής Ποντίνι, νότια της Ρώμης.
Μετά το θάνατο του Τζουλιάνο των Μεδίκων, το 1516, δέχεται την πρόσκληση του βασιλιά της Γαλλίας, Φραγκίσκου Α' και εργάζεται ως ζωγράφος της βασιλικής αυλής. Παράλληλα συνεχίζει τα πειράματα του και ασχολείται με αρχιτεκτονικά και αρδευτικά σχέδια. Στις 23 Απριλίου του 1519 συντάσσει την διαθήκη του και τελικά πεθαίνει στις 2 Μαΐου στο Cloux της Γαλλίας, κοντά στον βασιλικό πύργο του Amboise. Σύμφωνα με προσωπική του επιθυμία, τάφηκε στην εκκλησία Sainte Florentine, στο Amboise. Ο τάφος του συλλήθηκε την περίοδο των θρησκευτικών πολέμων αλλά έχει διατηρηθεί η επιγραφή της εκκλησίας, η οποία αναφέρει:
- "Στην αυλή αυτής της εκκλησίας ετάφη ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, ευγενής από το Μιλάνο, μηχανικός και αρχιτέκτονας του βασιλιά, ειδήμων της μηχανικής και κατά το παρελθόν επίσημος ζωγράφος του δούκα του Μιλάνου".
Καλλιτεχνική πορεία
Φλωρεντία 1472-1482
Οι πρώτες δημιουργίες του Λεονάρντο έγιναν την περίοδο που ήταν μαθητευόμενος του Βερόκιο. Ακόμα και σε αυτά τα πρώιμα έργα του, αναδεικνύεται το ταλέντο του στο σχέδιο αλλά και η πειθαρχημένη προσοχή του στη λεπτομέρεια. Ο Λεονάρντο πραγματοποίησε μεταξύ άλλων πολλές σπουδές παρατηρώντας τη φύση, όπως το περίφημο Τοπίο του Άρνου. Οι σπουδές αυτές είχαν τελικά άμεση εφαρμογή σε μεταγενέστερα έργα του, καθώς σχεδόν σε κάθε πίνακα του διακρίνεται και ένα τοπίο στο φόντο.
Στοιχεία για την στενή επαγγελματική σχέση που ανέπτυξε ο Λεονάρντο με τον δάσκαλό του μπορούν να εντοπιστούν σε πολλά έργα για τα οποία συνεργάστηκαν. Λέγεται πως σε ένα από αυτά, την Βάπτιση του Χριστού, έργο κατά κύριο λόγο του Βερόκιο, ο ντα Βίντσι ζωγράφισε έναν άγγελο με τόσο εντυπωσιακό τρόπο που ήταν καλύτερος από κάθε μορφή που ζωγράφιζε ο δάσκαλός του. Όπως σημειώνει ο Βαζάρι, αυτός ήταν και ο λόγος που ο Βερόκιο δεν ξαναζωγράφισε ποτέ, παραμερίζοντας μπροστά στο ταλέντο του μαθητή του. Η εκδοχή αυτή, αν και πιθανή, δεν είναι καθολικά αποδεκτή.
Ο πρώτος ανεξάρτητος πίνακας του Λεονάρντο θεωρείται από πολλούς η Παναγία με το γαρύφαλλο που βρίσκεται σήμερα στην Παλαιά Πινακοθήκη του Μονάχου, αν και μάλλον τον ζωγράφισε όσο βρισκόταν ακόμα στο εργαστήριο του Βερόκιο. Σε αυτό το έργο διακρίνονται και επιδράσεις από τους φλαμανδούς ζωγράφους του παρελθόντος. Ανάλογοι πίνακες ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένοι τον 15ο αιώνα στη Φλωρεντία και προορίζονταν για ιδιωτικό προσκύνημα.
Κατά διαστήματα, ο Λεονάρντο συνέτασσε και μικρούς καταλόγους των έργων του, από τους οποίους γνωρίζουμε πως στα πρώτα χρόνια της παραμονής του στη Φλωρεντία ζωγράφισε αρκετούς πίνακες με την Παναγία. Παράλληλα όμως, πειραματίστηκε και με φανταστικά θέματα που του επέτρεπαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό να εκφραστεί ελεύθερα. Θεματολογία αυτού του είδους ωστόσο δεν ήταν τόσο αποδεκτή εκείνη την εποχή.
Οι πρώτοι πίνακες του Λεονάρντο δείχνουν πως δεχόταν αρχικά μικρές παραγγελίες. Την ίδια περίοδο που ο ντα Βίντσι ξεκινούσε την πορεία του, ζωγράφοι όπως ο Μποτιτσέλι ή ο Ντομένικο Γκιρλαντάγιο (δάσκαλος του Μιχαήλ Άγγελου) βρίσκονταν στο αποκορύφωμα της καριέρας τους. Φαίνεται πως σημαντικό ρόλο στο να δεχτεί ο Λεονάρντο τις πρώτες μεγάλες παραγγελίες έργων, διαδραμάτισε ο πατέρας του και ειδικά η συνεργασία του ως συμβολαιογράφος με την Σινιορία, δηλαδή την "κυβέρνηση" της πόλης.
Ήδη από τη δεκαετία του 1470, ο ντα Βίντσι φαίνεται πως είχε καθιερωθεί ως σημαντικός ζωγράφος. Η περίοδος μέχρι το 1482 αποτελεί κατά κάποιο τρόπο την πρώτη εποχή της δημιουργίας του. Ανάμεσα στα σημαντικά έργα που του αναθέτουν είναι ένας πίνακας με θέμα την προσκύνηση των μάγων για την κυρίως αγία τράπεζα της εκκλησίας του Σαν Ντονάτο. Αυτή η παραγγελία ίσως να αποτέλεσε το λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε ένα προηγούμενο έργο του, τον Άγιο Ιερώνυμο. Ωστόσο, και η Προσκύνηση των Μάγων τελικά θα μείνει ημιτελής πιθανόν λόγω της μετακόμισης του ντα Βίντσι στο Μιλάνο το 1482.
Μιλάνο
Πορτραίτο της Cecilia Galerani (Η κυρία με την ερμίνα, 1490).
Στο Μιλάνο, ο Λεονάρντο επιχειρεί ένα νέο ξεκίνημα ως καλλιτέχνης. Οι λόγοι της μετακόμισης του εκεί είναι άγνωστοι, όμως πιθανόν να έπαιξε ρόλο το γεγονός πως το Μιλάνο ήταν την εποχή εκείνη μια από τις σπουδαιότερες πόλεις της Ευρώπης και ίσως να ήλπιζε πως θα εξασφάλιζε μεγαλύτερες παραγγελίες. Στα πρώτα έργα για τα οποία υπέβαλε προσφορά, περιλαμβανόταν και η πρόταση για ένα μεγάλο άγαλμα του Φραντσέσκο Σφόρτσα, παραγγελία του γιού του. Όπως ο ίδιος ο Λεονάρντο αναφέρει στην αίτηση του, σκοπός του έργου ήταν να ενισχύσει τη φήμη του ηγεμόνα του Μιλάνου. Στην ίδια επιστολή τονίζει τις δεξιότητες του ως μηχανικός γεγονός που δείχνει πως πιθανότερα να αποσκοπούσε στο να βρει μια θέση ως μηχανικός του στρατού ή αρχιτέκτονας, καθώς οι ηγεμόνες της εποχής εμπλέκονταν διαρκώς σε στρατιωτικές εκστρατείες και συγκρούσεις.
Η πρώτη παραγγελία για τον ντα Βίντσι ήρθε τελικά από την αδελφότητα των φραγκισκιανών μοναχών. Συγκεκριμένα, του ανατέθηκε -- σε συνεργασία με δύο ακόμα ζωγράφους -- ένα σημαντικό έργο αφιερωμένο στην γιορτή της Άμωμης Σύλληψης. Το έργο αυτό ήταν η Παναγία των Βράχων που ολοκληρώθηκε σε δύο εκδοχές. Στην πραγματικότητα, ήταν ένας πίνακας ο οποίος έκρυβε για 364 ημέρες του χρόνου την κυρίως λατρευτική εικόνα της εκκλησίας. Την ημέρα της εορτής, στις 8 Δεκεμβρίου, ένας ειδικός μηχανισμός με τροχαλίες μετακινούσε τον πίνακα του ντα Βίντσι και αποκάλυπτε ένα άγαλμα της Παναγίας με το θείο βρέφος.
Με την Παναγία των Βράχων ο Λεονάρντο καθιερώθηκε ως ζωγράφος στο Μιλάνο. Σημαντικές πληροφορίες για άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες στη δεκαετία του 1480 δεν είναι διαθέσιμες. Γνωρίζουμε ωστόσο πως σχεδίαζε συσκευές και μηχανές για τον στρατό, όπλα και βαριά οχήματα. Παράλληλα έκανε αρχιτεκτονικά σχέδια για διάφορες εκκλησίες.
Την περίοδο 1487 - 1490 έγινε μέλος της αυλής του ηγεμόνα του Μιλάνου. Εκεί καθιερώθηκε ως προσωπογράφος -- χαρακτηριστικό δείγμα το πορτρέτο της Cecillia Gallerani, γνωστό και ως Η κυρία με την ερμίνα -- ενώ ανέλαβε και το περίφημο έργο του Μυστικού Δείπνου που σε συνδυασμό με την μεταγενέστερη δημιουργία της Μόνα Λίζα απογείωσαν τη φήμη του ντα Βίντσι.
Φλωρεντία 1500-1507
Ο Λεονάρντο επέστρεψε στη Φλωρεντία μετά την ήττα του Λουδοβίκου Σφόρτσα από τα γαλλικά στρατεύματα. Σε αυτή την ιδιαίτερη παραγωγική περίοδο ζωγραφίζει το πορτρέτο της συζύγου του Φραντσέσκο ντελ Τζοκόντο, την περίφημη Τζοκόντα. Ο πίνακας αυτός θεωρείται το γνωστότερο έργο του Λεονάρντο και ένας από τους διασημότερους του κόσμου, ιδιαίτερα μετά από την κλοπή του από το Λούβρο το 1911 και την μυστηριώδη εύρεση του στη Φλωρεντία το 1913. Πριν ακόμα ολοκληρωθεί, η Μόνα Λίζα κατάφερε να επηρεάσει σημαντικά τη ζωγραφική στους κύκλους της Φλωρεντίας, καθιερώνοντας ένα είδος προσωπογραφίας για αρκετά χρόνια. Ο ντα Βίντσι δεν παρέδωσε ποτέ το έργο στον παραγγελιοδότη του, πιθανόν λόγω ενός άλλου έργου που του ανατέθηκε, της τοιχογραφίας της Μάχης του Ανγκιάρι (1440), έργο που επίσης όμως αφέθηκε ημιτελές.
Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής (1513-1516). Παράδειγμα εφαρμογής της τεχνικής του σφουμάτο. Η χρονολόγηση του πίνακα αμφισβητείται.
Τελευταία χρόνια 1507-1519
Τον Αύγουστο του 1508 ο Λεονάρντο ολοκλήρωσε την δεύτερη εκδοχή της Παναγίας των Βράχων ενώ παράλληλα αναλάμβανε διακοσμήσεις για εορταστικές τελετές της γαλλικής αυλής στο Μιλάνο. Επίσης εργάστηκε ως αρχιτέκτονας και συνέβαλε στην επέκταση του αρδευτικού συστήματος. Σε αυτή την περίοδο ζωγράφισε και τον πίνακα Η Λήδα και ο κύκνος, έργο που δεν έχει σωθεί αλλά γνωρίζουμε μόνο μέσα από πρώιμα σχέδια του ντα Βίντσι ή αντίγραφα από άλλους καλλιτέχνες.
Στο Μιλάνο, με την ιδιότητα του ζωγράφου και μηχανικού, ανέλαβε την δημιουργία ενός αγάλματος για τον στρατηγό Giangiacomo Trivulzio, διοικητή των γαλλικών στρατευμάτων που κατέλαβαν το Μιλάνο. Υπάρχουν αρκετά σχέδια του Λεονάρντο σχετικά με το έργο αυτό που απεικονίζουν μια έφιππη μορφή, ωστόσο οι περιστάσεις δεν επέτρεψαν τελικά να ολοκληρωθεί. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης παραμονής του στο Μιλάνο, ο ντα Βίντσι δεν ζωγράφισε αρκετούς πίνακες αλλά εργάστηκε κυρίως πάνω στις ανατομικές μελέτες του. Για αιώνες, τα σχέδια ανατομίας του Λεονάρντο ήταν τα πιο λεπτομερή και ακριβή που υπήρχαν.
Το Σεπτέμβριο του 1513 ταξίδεψε στην παπική αυλή της Ρώμης. Εκεί αναφέρεται πως είχε αρκετές προστριβές μέ όσους εργάζονταν στην αυλή, με αποτέλεσμα να αναλάβει μόνο το έργο της αποξήρανσης των ελών του Ποντίνι. Ο Λεονάρντο σχεδίασε με απόλυτη ακρίβεια τον χώρο που θα γινόταν η αποξήρανση. Παράλληλα επιδιδόταν σε πειράματα με τις μπογιές και τα βερνίκια της εποχής. Στο πλαίσιο αυτών των μελετών, επινόησε την μέθοδοτου σφουμάτο (sfumato), απλώνοντας διαδοχικές στρώσεις από ημιδιαφανές βερνίκι και δημιουργώντας έτσι ένα ευρύ φάσμα από σκιάσεις. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της τεχνικής αποτελεί ο πίνακας του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Λεονάρντο αντιμετώπισε προβλήματα υγείας που περιόρισαν την καλλιτεχνική του παραγωγή. Αν και δεν είναι γνωστό ποιό ήταν το τελευταίο έργο που του είχε ανατεθεί, εικάζεται πως πιθανόν να ήταν ο σχεδιασμός των αυλικών εορτών, η εκπόνηση ενός αρδευτικού έργου ή τα αρχιτεκτονικά σχέδια για ένα ανάκτορο.
Ο Λεονάρντο ως φυσικός επιστήμονας
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1480, ο ντα Βίντσι καταπιανόταν με όλα σχεδόν τα επιστημονικά πεδία. Σώζονται ως σήμερα σπουδές του και σχέδια, όχι μόνο για στρατιωτικό εξοπλισμό αλλά και για ευφάνταστες ιπτάμενες μηχανές, μελετώντας σχολαστικά την αεροδυναμική και παρατηρώντας το πέταγμα των πουλιών. Τα σχέδια του και οι εφευρέσεις του ξεπερνούσαν συχνά κατά πολύ τις τεχνικές δυνατότητες της εποχής.
Συνουσία άντρα και γυναίκας (1492)
Τον Απρίλιο του 1489 ξεκίνησε τη συγγραφή ενός βιβλίου υπό τον τίτλο Περί της ανθρώπινης μορφής, το οποίο όμως δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Παράλληλα έκανε διάφορες μελέτες πάνω στην ανθρώπινη ανατομία, συγκρίνοντας τις "θεωρίες" του με τη μοναδική σωζόμενη σχετική θεωρία που υπήρχε την εποχή εκείνη, τον Άνθρωπο του Βιτρούβιου. Ο Βιτρούβιος είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως το ανθρώπινο σώμα -- με τα χέρια σε έκταση -- μπορούσε να χωρέσει στα δύο τέλεια γεωμετρικά σχήματα, τον κύκλο και το τετράγωνο και πως το κέντρο του σώματος ήταν ο αφαλός. Ο Λεονάρντο, με τις δικές του μελέτες, διόρθωσε κάποιες ανακολουθίες του Βιτρούβιου.
Αν και η γνώση των ανθρώπινων διαστάσεων και αναλογιών ήταν δεδομένη για πολλούς από τους καλλιτέχνες του 15ου αιώνα, ο Λεονάρντο ήταν ο μοναδικός που επιχείρησε τόσο λεπτομερείς μελέτες. Είναι ακόμα γνωστό από αρκετά σχέδια του, πως μελετούσε τις διαστάσεις του ανθρώπινου κρανίου και τις "κοιλότητες" του εγκεφάλου. Σε ένα από τα σχέδια του, αποτυπώνει την αντίληψη που κυριαρχούσε κατά τον Μεσαίωνα σύμφωνα με την οποία ο εγκέφαλος αποτελείται από τρία τμήματα, το ένα πίσω από το άλλο, με το πρώτο να προσλαμβάνει τα ερεθίσματα, το δεύτερο να τα επεξεργάζεται και το τρίτο να τα αποθηκεύει.
Επιπλέον διασώζεται σχέδιο του ντα Βίντσι που αναπαριστά τη συνουσία ενός άνδρα με μια γυναίκα, το οποίο εντάσεται πιθανότατα σε γενικότερες μελέτες του γύρω από την λειτουργία των εσωτερικών οργάνων του ανθρώπου. Ο Λεονάρντο διατύπωσε διάφορες απόψεις σχετικά με την επίδραση και τη λειτουργία ουσιών που συνδέονται με διαφορετικά μέρη του σώματος. Πίστευε χαρακτηριστικά πως τα δάκρυα προέρχονταν από την καρδιά, το κέντρο όλων των συναισθημάτων. Η σημασία αυτών των θέσεων --έστω και λανθασμένων -- έγκειται στο γεγονός πως οι ερμηνείες για τα ανθρώπινα συναισθήματα συνδέονταν με συγκεκριμένα όργανα του σώματος.
Βιβλιογραφία
- Μ. Kemp, Leonardo da Vinci. The Marvelous Works of Nature and Man (1981)
- C.D. O' Malley, J.B. de C.M Saunders, Leonardo da Vinci on the Human Body (1952)
- Frank Zöllner, Leonardo (2004)
- Jean Paul Richter, The Notebooks of Leonardo da Vinci. Dover (1970) ISBN 0486225720 (1ος τόμος) και ISBN 0486225739 (2ος τόμος)
- Frank Zöllner & Johannes Nathan, Leonardo Da Vinci: The Complete Paintings and Drawings Taschen (2003) ISBN 3822817341
February 02 Vincent van Gogh
30 Μαρτίου 1853 - 29 Ιουλίου 1890
Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ γεννήθηκε στις 30 Μαρτίου 1853 στο ολλανδικό χωριό Ζούντερτ (Zundert) και ήταν ο πρωτότοκος από τα συνολικά οκτώ παιδιά της οικογένειάς του, γιος του πάστορα Θεόδωρου βαν Γκογκ
Ήδη από τα πολύ νεανικά του χρόνια παρουσίασε τάσεις μελαγχολίας και πρώιμα ψυχολογικά προβλήματα. Ως παιδί ο Βαν Γκογκ ήταν σιωπηλός και είχε κάτι παράξενο στη συμπεριφορά του. Γρήγορα φανέρωσε τον ονειροπόλο και δυσπρόσιτο χαρακτήρα του.
Παρά τη μεγάλη του προσήλωση στην οικογένεια, που η ευαίσθητη φύση του είχε απόλυτη ανάγκη, ο μικρός Βίνσεντ προτιμούσε συχνά να μένει μόνος, κυρίως κατά τους μακρινούς περιπάτους του στις επίπεδες εκτάσεις της Ολλανδικής υπαίθρου.
Του άρεσε να μελετά τα φυτά ή να παρατηρεί τις συνήθειες μικρών εντόμων.
Το μόνο άτομο που του άρεσε να τον συνοδεύει σ´ εκείνους τους περιπάτους ήταν ο κατά τέσσερα χρόνια μικρότερος αδελφός του Τεό, που η συγγενική του ευαισθησία τον έκανε να τον νιώθει κοντά του και με τον οποίο θα διατηρούσε στενές επαφές καθ´ όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Στο σχολείο δεν είχε καλή επίδοση και οι γονείς του ανησυχούσαν. Έτσι σταματά νωρίς τις σπουδές του.
Σε ηλικία 16 ετών και αφού είχε ήδη καταπιαστεί χωρίς επιτυχία με αρκετά επαγγέλματα, ασχολήθηκε για ένα διάστημα με το εμπόριο έργων τέχνης, στην εταιρεία Goupilator & Company, όπου τον επόμενο χρόνο προσελήφθη και ο αδελφός του Τεό βαν Γκογκ (Theo van Gogh).
Ο Βαν Γκογκ δεν ξέρει πολύ καλά τι θα του άρεσε να κάνει αλλά η σίγουρη θέση που του προσφέρει ο θείος του από το Παρίσι σε μια μεγάλη πόλη όπως η Χάγη, υπήρξε γι´ αυτόν μοναδική ευκαιρία
. Πρόκειται για μια αρκετά ταπεινή εργασία: του ζητούσαν απλά και μόνο να συσκευάζει και να στέλνει βιβλία
. Η δουλειά αυτή γίνεται όμως στο εντυπωσιακό περιβάλλον μίας αίθουσας τέχνης που ήταν παράρτημα της Γκαλερί Γκουπίλ του Παρισιού.
Στη Χάγη, ο δεκαεξάχρονος τότε Βαν Γκογκ θα φανερώσει ένα προσόν που διαθέτει σε μέγιστο βαθμό: την ικανότητά του να αφομοιώνει το περιβάλλον που τον περιστοιχίζει χάρις στη μεγάλη ευαισθησία και αντίληψη που διαθέτει
. Καθώς ασχολείται με τα δέματά του, ακούει να μιλάνε για τέχνη, για λογοτεχνία, βλέπει πίνακες, παρατηρεί τις γκραβούρες και τρέφει την αφυπνισμένη περιέργειά του με διάβασμα και συχνές επισκέψεις στα μουσεία
. Άλλωστε, η παιδεία δεν ήταν κενός λόγος στην οικογένειά του. η μητέρα του, η Άννα Κορνηλία Μπαρμπέντους, κόρη ενός βιβλιοδέτη της Αυλής, αγαπούσε το διάβασμα, πολύ περισσότερο απ´ ότι το σύζυγό της, κι είχε μάλιστα κλίση στο σχέδιο
. Ανάμεσα στους προγόνους της οικογένειας βρίσκουμε ακόμη ένα γλύπτη και μερικούς χρυσοχόους.
Το 1873 ο Βαν Γκογκ μεταφέρεται στο λονδρέζικο παράρτημα της Γκαλερί Γκουπίλ. Δέχεται με προθυμία τη μετάθεση αυτή, όχι γιατί πρόκειται για προαγωγή, αλλά γιατί η τυχοδιωκτική ιδιοσυγκρασία του νιώθει πως θα έχει έτσι την ευκαιρία να γνωρίσει καινούργιο περιβάλλον
. Έχει ήδη αποκτήσει μια πρώτη ιδέα για το Λονδίνο από τα βιβλία του Ντίκενς, αλλά η άμεση επαφή είναι κάτι διαφορετικό.
Και στο πρόσωπο αυτού του αλητάκου που περιφέρεται τώρα στους δρόμους του Λονδίνου και συναντά στις πιο άθλιες συνοικίες διαφόρους ανθρώπινους τύπους που ούτε είχε δει ή φανταστεί στο παρελθόν, αναγνωρίζουμε το ίδιο περίεργο και ονειροπόλο αγόρι που περιπλανιόταν στα αποξηραμένα έλη της πατρίδας του.
Όμως ο Βαν Γκογκ δεν είναι πια έφηβος
. Στο Λονδίνο ερωτεύεται την κόρη της σπιτονοικοκυράς του
. Γρήγορα, το αντικείμενο των ονείρων του γίνεται αιτία θλίψης, όταν η Ούρσουλα, ήδη κρυφά αρραβωνιασμένη, αποκρούει γελώντας τον Βαν Γκογκ μετά την εξομολόγησή του
Συντετριμμένος, αποφασίζει να εξαγνίσει τον πόνο του τότε στη θρησκεία και να αφιερωθεί στους άλλους. Στο μεταξύ, η δουλειά του τον φέρνει στο Παρίσι.
Βρισκόμαστε στα 1875, κι ο Βαν Γκογκ θα μπορούσε να είναι περήφανος και ευτυχισμένος που εργάζεται τώρα πλέον στην έδρα της περίφημης Γκαλερί Γκουπίλ.
Στην πραγματικότητα, μπορεί το Παρίσι να τον βοηθήσει να καλλιεργήσει το ενδιαφέρον του για την τέχνη, δε θα καταφέρει όμως να τον βγάλει από μια κρίση τόσο συναισθηματική όσο και υπαρξιακή, εξαιτίας της ευάλωτης φύσης του.
Επισκέπτεται τις εκθέσεις και τα μουσεία, αλλά περνά τον περισσότερο καιρό του κλεισμένος με ένα φίλο στο δωμάτιό του, διαβάζοντας και σχολιάζοντας τη Βίβλο.
Η θρησκεία, μα ιδιαίτερα η ευρύτερη θεολογική περιοχή, τον απασχολούν περισσότερο από καθετί, τον κατατρώγουν σαν ευγενικά πάθη.
Δείχνει ελάχιστο ενδιαφέρον για τη δουλειά του, με αποτέλεσμα να τον απολύσουν ή μάλλον να τον πείσουν να υποβάλει την παραίτησή του
Αυτή τη φορά, δεν ακούει ούτε τον Τεό, τον κατ´ εξοχήν συνομιλητή του, που τον εκλιπαρεί ν´ αφιερωθεί στη ζωγραφική κι όχι στη σωτηρία του κόσμου, νιώθοντας ότι αυτή είναι η πρωταρχική του κλίση
. Παρά τη απόσταση που τους χωρίζει, ο Τεό διατηρεί μια στοργική σχέση με τον Βαν Γκογκ
Εξακολουθούν ν´ αλληλογραφούν, συναντώνται πότε στην πόλη του ενός, πότε στου άλλου, περνούν μαζί τα Χριστούγεννα στο σπίτι του πατέρα τους, σ´ όποιο χωριό υπηρετεί κάθε φορά
. Ο Βαν Γκόγκ συμπληρώνει συχνά τα εμπιστευτικά γράμματα που στέλνει στον αδερφό του, με σχέδια που περιγράφουν τους τόπους και τα πρόσωπα με τα οποία έρχεται σε επαφή, ή μάλλον κοινωνεί, χάρις σ´ αυτή την ικανότητα κι αδυναμία ταυτόχρονα που του επιτρέπει να ιδιοποιείται τη φυσική και ηθική ατμόσφαιρα που τον περιβάλλει και την άποψή του για όλα αυτά. . Ο Βαν Γκογκ ακολουθεί την παρόρμησή του κι επιστρέφει στην Αγγλία.
Προσφέρει τις υπηρεσίες του ως προγυμναστής γαλλικών και γερμανικών σ´ ένα ταπεινό κολέγιο, κατ´ αρχάς στο Κεντ κι έπειτα σε μια φτωχή συνοικία του Λονδίνου.
Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι οι επαφές κι όχι η δουλειά αυτή καθεαυτή, που στην πραγματικότητα δεν κάνει και πολύ καλά, εφόσον οι γλωσσικές του γνώσεις είναι μάλλον ανεπαρκείς
Σημασία για κείνον έχει μόνο μια δευτερεύουσα πλευρά των καθηγητικών του καθηκόντων. Είναι επιφορτισμένος με την είσπραξη των διδάκτρων των μαθητών του κολεγίου
. Επισκέπτεται λοιπόν τις οικογένειες και γνωρίζει έτσι τις άθλιες λονδρέζικες συνοικίες του Ιστ Εντ και του Γουάτ Τσάπελ
. Η ζωή των εργατών της πρώτης βιομηχανικής χώρας στον κόσμο, στα τέλη του 19ου αιώνα, είναι πολύ σκληρή και σημαδεύει ανεξίτηλα την ψυχή του Βαν Γκογκ.
Ενισχύεται η θέληση του ν´ αφιερωθεί στους ταπεινούς κι απόκληρους.
Γίνεται βοηθός ενός μεθοδιστή ιερέα, του αιδεσιμότατου Τζόουνς και αρχίζει να κηρύττει στο πλευρό του. Σ´ ένα κήρυγμά του διατυπώνει τη θεωρία ότι ο άνθρωπος είναι ξένος πάνω στη γη και η ζωή του ένα ταξίδι που το συνταράζουν θύελλες
. Τα αγγλικά του είναι φτωχά, ο δραματικός τόνος της αλήθειας όμως δονεί τα λόγια του, κι αν καταφέρνει να εκφράσει αυτή την αλήθεια, είναι γιατί την έχει δοκιμάσεi στο πετσί του. είναι αυτός ο ίδιος, ο πρώτος ξένος σ´ αυτή τη γη.
Τα λόγια του, αντί ν´ ανακουφίσουν, αναστατώνουν το ακροατήριο των φτωχών στο οποίο απευθύνεται.
Όταν λοιπόν επιστρέφει να περάσει τα Χριστούγεννα του 1878 στο σπίτι των γονιών του στο Έτεν, περνά μια βαθιά κρίση και αναζητά μια δύσκολη ισορροπία
. Η οικογένεια αποφασίζει να ικανοποιήσει τη θρησκευτική του κλίση.
Του παρέχει τα μέσα να εγκατασταθεί στο Άμστερνταμ, όπου θα παρακολουθήσει τα μαθήματα της θεολογικής σχολής, κι αν πράγματι το επιθυμεί, την ευκαιρία να γίνει πάστορας σαν τον πατέρα του και τον παππού του
. Ο Βαν Γκογκ δοκιμάζει νέα απογοήτευση. Παρουσιάζεται στις εισαγωγικές εξετάσεις τον Ιούλιο και αποτυγχάνει
. Αντί να παραιτηθεί, αποφασίζει ν´ ακολουθήσει το δρόμο που διάλεξε στο «μεγάλο σχολείο της φτώχειας». Θα ασκήσει τα καθήκοντά του χωρίς επίσημο τίτλο και για το σκοπό αυτό πηγαίνει στο Λέκεν, κοντά στις Βρυξέλλες, σ´ ένα κέντρο εκπαίδευσης λαϊκών κηρύκων.
Τρεις μήνες αργότερα –βρισκόμαστε στο Νοέμβριο του 1878- αρχίζει να κάνει κηρύγματα στο Μπορινάζ, στο μεταλλευτικό κέντρο του Βελγίου.
Ο Βαν Γκογκ συμμερίζεται σε όλα τον τρόπο ζωής των μεταλλωρύχων
. Τα σχέδια που στέλνει με τα γράμματά του στον αδερφό του πληθαίνουν συνέχεια και απεικονίζουν τον κόσμο τους, που τώρα είναι και δικός του κόσμος.
Ο πατέρας του, που νοιάζεται γι´ αυτό το γιό- που κοιμάται κατάχαμα σ´ ένα αχυρόστρωμα και στερείται τα πάντα για να συμπαραστέκεται στους ανίατους ασθενείς-, πηγαίνει να τον συναντήσει.
Και τότε ο Βαν Γκογκ αρχίζει να ασχολείται σοβαρά με τη ζωγραφική
. Μόλις επιστρέφει στο σπίτι, απλώνει στο χαρτί το περίσσευμα της αγάπης του για τους απόκληρους του κόσμου
. Ωριμάζει μέσα του η ιδέα ότι η ζωγραφική μπορεί να γίνει η μοναδική του κατεύθυνση.
Μια «θρησκεία ζωής». Την εποχή εκείνη χρονολογείται και η πρώτη του επαφή με τη Γαλλία.
Ο Βαν Γκογκ πηγαίνει στην Κουριέρ, σ´ ένα μεταλλευτικό κέντρο της Βόρειας Γαλλίας, όπου ζει και ζωγραφίζει ο Μπρετόν, τον οποίο θαυμάζει για το κοινωνικό μήνυμα που περιέχουν οι πίνακές του
. Δε θα τον γνωρίσει όμως ποτέ, γιατί θα αποχωρήσει από εκεί, σαστισμένος εξαιτίας της υπερβολικής κομψότητα του περιπτέρου στο οποίο εργάζεται ο Μπρετόν.
Επιστρέφει έχοντας κρατήσει στο φως των ματιών του και στην ψυχή του την ανάμνηση της διαύγειας του γαλλικού ουρανού.
Εγκαθίσταται στις Βρυξέλλες, όπου αρχίζει να μελετά συστηματικά σχέδιο
. Μετά από σύσταση του Τεό, που τον παρακολουθεί από μακριά και τον βοηθά οικονομικά, συναναστρέφεται ένα νεαρό ζωγράφο, τον Άντον Φον Ράπαρντ, μαθητή της Ακαδημίας.
Ο Βαν Γκογκ μαθαίνει μαζί του τους κανόνες της προοπτικής. Γρήγορα οι δύο νέοι συνδέονται φιλικά και ο Βαν Γκοκγ περνά ευχάριστες ώρες στο ατελιέ του Φον Ράπαρντ
. Οι ώρες όμως που περνά στο μικρό ξενοδοχείο του, κοντά στο σταθμό, δεν του προσφέρουν την ίδια άμεση ικανοποίηση. Εξασκείται σχολαστικά, ξανά και ξανά, στο σχέδιο
. Μελετά την ανατομία του ανθρώπινου σώματος και στη συνέχεια προσπαθεί να την εφαρμόσει στις μορφές που συναντά στα βιβλία ανατομίας, στα ανθρώπινα σώματα που σχεδίαζε με μονοκονδυλιές ενώ βρισκόταν στο Λονδίνο και στο Αμπρουάζ.
Όταν λοιπόν επιστρέφει στους δικούς του στο Έτεν, Απρίλιο του 1881, έχει ηρεμήσει αρκετά.
Κι εκτός από την υποδοχή της οικογένειάς του ο Βαν Γκογκ ξαναβρίσκει την εξοχή, όπως και την παιδική του φίλη, που τώρα έχει τη δυνατότητα να ζωγραφίσει.
Οι σιταποθήκες, τα χωράφια, τα δάση , οι μύλοι, τα καρότσια, όλα τα γεωργικά εργαλεία, τα μαγαζιά με τα ξυλοπάπουτσα, το σιδεράδικο δεν είχαν μυστικά για τον μικρό Βαν Γκογκ και τώρα ο νεαρός ζωγράφος, χάρις στις πρόσφατες σπουδές του στις Βρυξέλλες, μπορεί να τα καταγράψει με μεθοδικότητα και ευαισθησία
Δουλεύει με μολύβι, πενάκι, κάρβουνο, σινική μελάνη, του Βαν Γκογκ ακουαρέλα. Σχεδιάζει τους γονείς του και την αδερφή του Βιλελμίνη
. Κατόπιν τους χωρικούς που δουλεύουν στα χωράφια.
Τα πρόσωπα αυτά έχουν σκληρά χαρακτηριστικά και σίγουρα οι γραμμές του Βαν Γκογκ δε συγκαλύπτουν την κούραση των σωμάτων τους.
Καθώς όμως τα αναμορφώνει, χρωματίζοντάς τα με ακουαρέλα, απαλύνει κάπως τις τόσο ρεαλιστικές μορφές
. Τώρα πια δουλεύει ακολουθώντας το πρότυπο που του προσφέρει η φύση, όπως του σύστησε ο ξάδερφός του Μοβ, τον οποίο επισκέφτηκε στη Χάγη
. Σ´ αυτή την περίοδο του γόνιμου έργου του «διαπράττει το σφάλμα» να ερωτευτεί ξανά και -για άλλη μια φορά- θα πληγωθεί. Πράγματι, η νεαρή ξαδέρφη του Κέις Βος, χήρα, γνωστή της οικογένειας, έχει αποφασίσει να μείνει πιστή στη μνήμη του συζύγου της και αρνείται τον έρωτα του Βαν Γκογκ
. Ένας έρωτας που δοκιμάστηκε στη φωτιά, θα μπορούσαμε να πούμε, αν αναφερθούμε στο επεισόδιο κατά το οποίο ο Βαν Γκογκ είχε πάει στο Άμστερνταμ, στους γονείς της Κέι, και τους εκλιπαρούσε να το αφήσουν να δει την κόρη τους η οποία κρυβόταν
Μάλιστα θέλοντας να αποδείξει την αποφασιστικότητά του κράτησε τον χέρι του για αρκετή ώρα πάνω από τη φλόγα μιας λάμπας πετρελαίου, χωρίς αποτέλεσμα όμως.
Ο Βαν Γκόγκ ξαναφεύγει και τα άδηλα τραύματα που φέρει μέσα του τον κάνουν να υποφέρει πολύ περισσότερο από τα τραύματα του χεριού του. εγκαθίσταται στα περίχωρα της Χάγης και αρχίζει να ζωγραφίζει δρόμους και κήπους, με αγάπη στη λεπτομέρεια, ακολουθώντας το παράδειγμα των παλιών Ολλανδών δασκάλων που έδιναν βάρος στην ανασύνθεση των επιμέρους στοιχείων για ν´ αποδώσουν καλύτερα την ατμόσφαιρα ενός τόπου.
Σ´ αυτό τον βοηθάει και η παλιά του αγάπη για τη χαρακτική
. Θαύμαζε από νέος την τέχνη αυτή και είχε μάλιστα καλύψει τους τοίχους του δωματίου του με ανάτυπα από τις πιο γνωστές γκραβούρες
Τον Ιανουάριο του 1882, στη γειτονιά του στη Χάγη, γνωρίζει μια άλλη γυναίκα, τη Χριστίνα. Τη συναντά στο δρόμο και στρέφει πάνω της τη δίψα του για αγάπη και το αίσθημα αυταπάρνησης που τον διακατέχει
. Η Χριστίνα, η επονομαζόμενη Σιέν, είναι πόρνη.
Ο Βαν Γκογκ φέρνει σπίτι του την έγκυο Σιέν μαζί με το πρώτο της παιδί
. Την κάνει σύντροφό του και μοντέλο του. το πιο γνωστό πορτραίτο της θα έχει τίτλο «θλίψη» («Sorrow»)
. Στον πίνακα αυτό η Σιέν απεικονίζεται καθιστή και σκυμμένη με τους αγκώνες ακουμπισμένους στα γόνατα.
Το δράμα της ζωής της δε φαίνεται στο κρυμμένο της πρόσωπο, αλλά στο γυμνό κορμί της, ζωγραφισμένο χωρίς την παραμικρή προσπάθεια εξωραϊσμού.
Αντίθετα, με κάποιο υπέρμετρο αίσθημα ανθρωπιάς
. Η σχέση του με τη Χριστίνα δε θα κρατήσει πολύ, χωρίς να ευθύνεται εκείνος γι´ αυτό.
Μετά τη γέννηση του δεύτερου γιού της εκείνη ξαναρχίζει να πίνει και οι προσπάθειες του Βαν Γκογκ δεν αρκούν για να τη σώσουν.
Όταν εκείνος αποφασίζει να εγκατασταθεί στην εξοχή, η Σιέν δε θα τον ακολουθήσει.
Η άγρια περιοχή του Ντρέντε, όπου ο Βαν Γκογκ πήγε να μείνει, τον θέλγει σε τέτοιο σημείο, που γράφει: «αν δεν μπορούσα να μείνω εδώ για πάντα, θα προτιμούσα να μην την είχα δει».
Μα κι αν η φύση είναι γενναιόδωρη και τον εμπνέει, οι χωρικοί που κατοικούν εδώ είναι, αντίθετα, δύσπιστοι και αφιλόξενοι
. Ο Βαν Γκογκ δεν καταφέρνει να συνδεθεί φιλικά μαζί τους, όπως θα επιθυμούσε και όταν έρχεται ο Χειμώνας, μόνος και χωρίς πόρους, αποφασίζει να ξαναφύγει.
Τον Δεκέμβριο του 1883, τον βρίσκουμε στο Νόιεν, όπου ο πατέρας του ασκούσε τότε εκεί το λειτούργημά του
. Οι σχέσεις του Βαν Γκογκ με την οικογένειά του είναι τώρα πιο δύσκολες.
Αισθάνεται ότι δεν τον καταλαβαίνουν και αποφασίζει να απομακρυνθεί από το πατρικό του σπίτι.
Καταφέρνει να νοικιάσει εκεί κοντά δύο δωμάτια, και το ένα από αυτά θα γίνει το ατελιέ του.
Το πρώτο του ατελιέ, εφόσον ακόμα και στο πατρικό του δούλευε στο πλυσταριό. Κι εδώ, στα 1885, σ´ ένα δωμάτιο-ατελιέ στο Νόιεν, στο σπίτι του Κ. Σάφραντ, του καλού σκευοφύλακα, ο Βαν Γκογκ, γιός και εγγονός διαμαρτυρόμενων ιερέων, θα δημιουργήσει το περιφημότερο έργο του:
Τους πατατοφάγους. Το αριστούργημα δεν γεννιέται τυχαία
. Ο Βαν Γκογκ μελέτησε για καιρό την ανθρώπινη μορφή και τα χρώματα της παλέτας του. οι εμπρεσιονιστές με τις ανάλαφρες και λαμπερές πινελιές είναι της μόδας. Ο Βαν Γκογκ, όμως αναζητεί το προσωπικό του ύφος για να εκφράσει αυτό που αισθάνεται βαθιά μέσα του.
Σ´ ένα γέρο χρυσοχόο ενός γειτονικού χωριού, που του ζητάει να διακοσμήσει την τραπεζαρία του με θρησκευτικές παραστάσεις, προτείνει έξι αγροτικές σκηνές που θ´ απεικονίζουν τη διαδοχή των εργασιών στα χωράφια, σε τόπους που θα ταιριάζουν με την ξύλινη επένδυση των τοίχων.
Τα σκούρα και μουντά χρώματα είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους στην παλέτα του. Το λευκό και οι σπασμένοι τόνοι προσδίδουν μια πολύτιμη φωτεινότητα στις σκοτεινές αυτές χρωματικές αξίες
. Καταπιάνεται ξανά με τις ολόσωμες μορφές που τις απεικονίζει στις καθημερινές τους ασχολίες, όπως τη «Χωρική που σκουπίζει».
Πολλαπλασιάζει τις σχεδιαστικές σπουδές χεριών και προσώπων, ενώ φιλοτεχνεί ένα σύνολο από πενήντα κεφάλια χωρικών με μια αξιοθαύμαστη δύναμη
. Για πίνακες όπως η Νεκρή φύση με πέντε μπουκάλια και κύπελλο εμπνεύστηκε από μπουκάλες, στάμνες και κούπες καθημερινής χρήσης, με απλές φόρμες και όχι από αντικείμενα πολυτελείας.
Έτσι όταν αποφασίζει να καταπιαστεί με τους «Πατατοφάγους» του, έχει ήδη βρει το προσωπικό του ύφος.
Ένα χρόνο αργότερα ο Βαν Γκογκ ξαναπαίρνει τους δρόμους
. Ίσως να´ ναι ο θάνατος του πατέρα του και η επιθυμία του να βρεθεί κοντά στον αδερφό του.
Έρχεται και εγκαθίσταται στο Παρίσι, αλλά η ανήσυχη φύση του τον ωθεί να αναζητήσει μια νέα πάλι περιπέτεια
. Θα πάει λοιπόν στη Γαλλία και το νέο του αυτό ταξίδι θα είναι χωρίς επιστροφή.
Ο Βαν Γκογκ θα μείνει στο Παρίσι δύο χρόνια, απ´ το 1886 ως το 1888.
Εκεί γνωρίζει τον Ντεράλ, τον Σινιάκ, τον Αντετέν, τον Μπερνάρ και τους νέους ζωγράφους που ακολουθούν από κάποια απόσταση τα εμπρεσιονιστικά ρεύματα και ετοιμάζονται να τα ανανεώσουν.
Συνδέεται με τον Τουλούζ-Λοτρέκ, θαυμάζει τον Πικάσο και υποτάσσεται στην ισχυρή προσωπικότητα του Γκογκέν. «Ο αέρας της Γαλλίας ξεκαθαρίζει τις σκέψεις και κάνει καλό, πολύ καλό, αφάνταστο καλό», γράφει
Ζει με τον αδερφό του, που διευθύνει μια γκαλερί στην Μονμάρτρη, και συνεχίζει μ´ επιμονή τις μελέτες του.
Αντιγράφει τα παλιά του ιχνογραφήματα και δουλεύει με ζωντανά μοντέλα στο ατελιέ του ζωγράφου Κορμόν
. Έπειτα ζωγράφισε τον πίνακα «Αγριολούλουδα σε ανθογυάλι», αφού πριν είχε κάνει μία μελέτη γύρω από τα λουλούδια. Αλλά η ζωή του Βαν Γκογκ δεν είναι πάντα «ανθόσπαρτη»! μαλώνει με το διευθυντή μιας γκαλερί τέχνης.
Έχει δύσκολο, παθιασμένο και απόλυτο χαρακτήρα, που και ο ίδιος ο Τέο ανέχεται ώρες-ώρες με δυσκολία.
Τα δύο αδέρφια έχουν αφήσει το μικρό διαμέρισμα της οδού Λαβάλ (της σημερινής οδού Βικτόρ-Μερσιέ) και μένουν τώρα σ´ ένα ευρύχωρο σπίτι κοντά στη Μονμάρτρη, που τα παράθυρά του έχουν για θέα τις παρισινές στέγες
Εκτός απ´ τα λουλούδια με τα έντονα χρώματα , ο Βαν Γκογκ αρχίζει ν´ απεικονίζει στους πίνακές του ανθισμένους κήπους, μύλους που του θυμίζουν την παιδική του ηλικία- ο Μύλος της Γκολέτ τον εμπνέει και του αφιερώνει τρεις πίνακες- γοητευτικές γωνιές του Παρισιού και των περιοχών όπως η Γωνιά του πάρκου Βουαγιέ ντ´ Αρζανσόν και η όχθη του Σηκουάνα στην Ανιέρ.
Αυτά τα μέρη που σφύζουν από ζωή, τον υποχρεώνουν να χρησιμοποιήσει πιο φωτεινά χρώματα
. Οι ανταλλαγές απόψεων που έχει με τους εμπρεσιονιστές φίλους του, κατά τις συναντήσεις τους στα καμπαρέ, του δίνουν διαρκώς νέα ερεθίσματα
. Απ´ τις ανταλλαγές αυτές γεννιούνται πίνακες όπως το «Εσωτερικό εστιατορίου» και η «Γυναίκα καθισμένη στο καφενείο Ταμπουρέν», πίνακες που ταιριάζουν με τις προτιμήσεις του Τουλούζ-Λοτρέκ.
Ένα άλλο σημαντικό έργο της περιόδου αυτής είναι η προσωπογραφία του Μπαρμπα-Τανγκί, ενός χρωματέμπορα, φίλου των καλλιτεχνών, που συχνά τον πλήρωναν με πίνακές τους, όσους την εποχή εκείνη έμεναν απούλητοι και σήμερα είναι το καύχημα των μεγαλύτερων μουσείων του κόσμου
. Στις προσωπογραφίες του ο Βαν Γκογκ θέλει, πάνω απ´ όλα, να καταδείξει το χαρακτήρα των μοντέλων του, και αυτό ισχύει ακόμη και για τις αυτοπροσωπογραφίες του
. Αμέσως μετά τον Μπαρμπα-Τανγκί κάνει τη δεύτερη Αυτοπροσωπογραφία του.
που έχει απ´ το Νότο είναι η θέα ενός χιονισμένου τοπίου, μια χειμωνιάτικη μέρα στα τέλη του Φεβρουαρίου του 1888. Όταν αργότερα το άσπρο χαλί εξαφανίζεται, ο Βαν Γκογκ έχει την εντύπωση ότι μερικές νιφάδες χιονιού έχουν μείνει μέσα στα μπουμπούκια που ανθίζουν στα κλαριά των δέντρων. Οι γιαπωνέζικες γκραβούρες που ο Βαν Γκογκ είδε στο Παρίσι, επηρεάζουν το καλλιτεχνικό του όραμα. Ζει στην Αρλ και ονειρεύεται να ιδρύσει, στη μικρή αυτή πόλη που έχει τον καθαρότερο ουρανό που είδε ποτέ, ένα καταφύγιο για καλλιτέχνες, επιθυμία που πάντα ήθελε να πραγματοποιήσει. Ονειροπολεί και ζωγραφίζει μέρα και νύχτα. Το τοπίο της Προβηγκίας δίνει διαρκώς τροφή στην έμπνευσή του. Αφομοιώνει αχόρταγα το περιβάλλον που τον περιστοιχίζει. Απαθανατίζει το κρυστάλλινο φως της Αρλ στην «κρεμαστή γέφυρα». Απεικονίζει τη ηλιόλουστη εξοχή της Προβηγκίας, όπου το στάρι μοιάζει πιο κίτρινο απ´ οπουδήποτε αλλού, σε αρκετούς πίνακες, όπως στην Πεδιάδα της Κρο. Ένα βράδυ με μαΐστρο ο Βαν Γκογκ ζωγραφίζει μεμιάς το καλοκαιρινό δειλινό. Ζωγραφίζει μια δεύτερη παραλλαγή σ´ έναν πίνακα του παλιού του φίλου Εμίλ Μπερνάρ: τις Γυναίκες της Βρετάνης σε πράσινο λιβάδι. Ο Σπορέας κεχριού, έργο ενός μεγάλου ζωγράφου που θαυμάζει απεριόριστα, του γίνεται έμμονη ιδέα με αποτέλεσμα να ζωγραφίσει τελικά τη δική του παραλλαγή.
Θα πάει μέχρι το Σεντ-μαρί-ντε-λα-Μερ και θα ζωγραφίσει τις αγροικίες του (Αγροικίες στο Σεντ-Μαρί) και τις βάρκες του (Βάρκες στο Σεντ-Μαρί). Βαπτίζει μια απ´ αυτές τις βάρκες Αμιτιέ (φιλία). Τη νύχτα, τα εσωτερικά των σπιτιών και οι δρόμοι και τοπία της Προβηγκίας έχουν ξεχωριστή σημασία και ιδιαίτερα χρώματα για το ζωγράφο. Όσοι τον είδαν, μ´ ένα καπέλο στολισμένο μ´ αναμμένα κεριά στο κεφάλι, να στήνει το καβαλέτο του στις όχθες του Ροδανού για να ζωγραφίσει την έναστρη νύχτα, θα κούνησαν το κεφάλι και θ´ αναρωτήθηκαν αν άξιζε τον κόπο. Σήμερα μπορούμε ν´ απαντήσουμε καταφατικά γιατί ξέρουμε ότι οι γεμάτες χρώματα
νύχτες, όπως εκείνος μόνο μπορούσε να τις δει είναι αξεπέραστα ζωγραφικά τοπία.
Τώρα πια χρησιμοποιεί έντονα, τολμηρά χρώματα. Στα νυχτερινά καφενεία το κίτρινο είναι κυρίαρχο. Μπορούμε να το δούμε ακόμα και στη Νεκρή φύση. Χρησιμοποιεί έντονα χρώματα και για το έργο «το δωμάτιο του Βαν Γκογκ στην Αρλ». Σ´ αυτή την περίοδο ανήκει και «η καρέκλα του Βαν Γκογκ» και η «πίπα» του. Έπειτα ο Βαν Γκογκ αρχίζει ξανά να ζωγραφίζει πρόσωπα. Ζωγραφίζει τη Μουσμέ και την Αναγνώστρια μυθιστορημάτων. Αντιμετωπίζει δυσκολίες με τα μοντέλα που του ζητάνε πολλά λεφτά και θέλουν παρακάλια για να δουλέψουν μαζί του, αμφισβητώντας την αξία των έργων του. Ο φίλος του Ζοζέφ Ρουλέν, ταχυδρόμος στην Αρλ, θα προθυμοποιηθεί να τον βοηθήσει και θα ποζάρει γι´ αυτόν (Ο ταχυδρόμος Ζοζέφ Ρουλέν), και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, όπως ο αδερφός του Αρμάν (προσωπογραφία του Αρμάν Ρουλέν) και η κυρία Ογκύστ που απεικονίζεται σ´ έναν πίνακα με τίτλο «Η Βάγια».
Στην Αρλ ο Βαν Γκογκ ξαναβρίσκει με χαρά τον Γκογκέν ο οποίος τον απαθανατίζει καθώς ζωγραφίζει τα «Ηλιοτρόπια». Ο Βαν Γκογκ απεικονίζει τα λουλούδια αυτά σαν κλειστές ή μαδημένες μπάλες, και τον απασχολεί έντονα το κίτρινο, που το χρησιμοποιεί εξαντλώντας τις δυνατότητές του. Και αυτή ακριβώς η συνάντηση με τον πιο αγαπητό του φίλο, τον οποίο θεωρεί μεγάλο δάσκαλο, προξενεί την πρώτη σοβαρή κρίση που θα απειλήσει την ψυχική του υγεία. Μένουν μαζί και, εξαιτίας αυτού ακριβώς του καθημερινού και έντονου συγχρωτισμού, ο Βαν Γκογκ απεικόνισε την Αλέα των Αλικάμ, εμπνεόμενος από τον πίνακα του φίλου του. Ο Βαν Γκογκ δεν δέχεται την προσωπογραφία του Γκογκέν. Δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του και δεν θέλει να ταυτιστεί μ´ αυτό τον άνθρωπο που ζωγραφίζει ηλιοτρόπια με ύφος τρελού. Μετά από έναν άγριο καβγά κι ενώ ο Γκογκέν επιστρέφει στο Παρίσι, κόβει το ένα του αυτί με ξυράφι. Στη συνέχεια θα καταγράψει ο ίδιος αυτό το επεισόδιο της ζωής του στην «Αυτοπροσωπογραφία με Κομμένο το Αυτί».
Στο νοσοκομείο του Σεν-Πολ τον περιθάλπει ένας νεαρός γιατρός, ο δρ. Ρε, που στη συνέχεια θα γίνει ένας από τους πρώτους και ειλικρινέστερους θαυμαστές του. Μόλις αναρρώνει ο Βαν Γκογκ κάνει το πορτραίτο του γιατρού του. όμως δεν έχει ξεπεράσει στο ελάχιστο την ηθική και ψυχολογική του κρίση.
Ο Τέο ετοιμάζεται να παντρευτεί και ο Βαν Γκογκ εισπράττει το γεγονός αυτό ως εγκατάλειψη. Φεύγει, με την υποστήριξη του γιατρού Ρε, ελπίζοντας να θεραπευτεί στο άσυλο του Σεν-Ρεμί-ντε-Προβάνς. Έτσι τελειώνει η περίοδος της Αρλ. Κατά τη διάρκεια της μίας και μοναδικής χρονιάς που κράτησε η εκεί παραμονή του, ζωγραφίζει διακόσιους περίπου πίνακες και καμιά εκατοστή σχέδια. Ο Βαν Γκογκ αποδέχεται την ψυχική του κατάσταση με ηρεμία και καρτερία. Μπορούμε, εντούτοις, να αποκτήσουμε μια ιδέα για το τι γίνεται μέσα του παρατηρώντας την καινούργια Αυτοπροσωπογραφία του. η ζωγραφική τον βοηθάει. Στον πίνακα με τίτλο «Ο περίπατος των φυλακισμένων» απεικονίζει τα πρόσωπα των καινούργιων συντρόφων της ζωής του και ,πιθανότατα , το δικό του. Σε άλλους πινάκες απωθεί τη δραματική του εμπειρία, απεικονίζοντας όψεις του κήπου του ασύλου, που η φαντασία του μετατρέπει σε ήσυχες γωνιές, ζωγραφισμένες σε κάποια περίοδο ευτυχισμένης ανάπαυλας
Οι κρίσεις ξαναρχίζουν και ωθούν τον Βαν Γκογκ στην απελπισία. Όταν είναι έτσι άσχημα δεν καταφέρνει να ζωγραφίσει, αλλά μόλις νιώθει καλύτερα ξαναπιάνει το πινέλο. Παράγει εκατόν πενήντα πίνακες και εκατό σχέδια. Η τέχνη του αλλάζει. Το χρώμα δεν έχει πια το ίδιο βάρος. Τώρα τον απασχολούν περισσότερο οι φόρμες που γίνονται κυματιστές και ανήσυχες. Ζωγραφίζει κυπαρίσσια σαν να ήταν φλόγες («Δύο Κυπαρίσσια», «Το Σταροχώραφο με τα Κυπαρίσσια», «Δρόμος με Κυπαρίσσια και Αστέρια»), ουρανούς γεμάτους στροβίλους, κορμούς ελιάς που με τη συστροφή τους αναδεικνύεται ο δυναμισμός τους. Δημιουργεί την τρικυμισμένη αυτή φύση στο δωμάτιό του, όπου «κλείνεται» από ένα σχέδιο του Γκογκέν, τον οποίο εξακολουθεί να θαυμάζει παρά τη ρήξη τους. Χάρη στη διαμονή του στο Σεν-Ρεμί η υγεία του Βαν Γκογκ αποκαθίσταται γρήγορα. Ο αδερφός του Τεό, παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού, του ζητάει να επιστρέψει. Ο Βαν Γκογκ φτάνει στο Παρίσι το Μάιο του 1890. Έχει πια καθιερωθεί καλλιτεχνικά. Ξαναβλέπει με ευχαρίστηση τους παλιούς φίλους του, τον μπάρμπα-Τανγκί, τον Πισαρό, τον Τουλούζ-Λωτρέκ. Στο σπίτι του αδερφού του ξαναβρίσκει τους πίνακες που ζωγράφισε και καθώς αναλογίζεται την πορεία που διήνυσε αισθάνεται ικανοποιημένος. Όμως αυτό είναι μόνο μια ανάπαυλα. Η πόλη τον κουράζει και τον αναστατώνει. Μένει στο Παρίσι τέσσερις μέρες. Στο εξής, η ανάγκη να αμυνθεί στους παροξυσμούς της αρρώστιας θα αποτελέσει το κίνητρο των νέων του περιπλανήσεων.
Στην Οβέρ-σιρ-Ουάζ, όπου πήγε για λόγους υγείας, συνάντησε το γιατρό Γκασέ, ζωγράφο με ψυχή βασανισμένη σαν τη δική του. Ο Γκασέ κρίνει ότι η ζωγραφική είναι η καλύτερη θεραπεία για τον Βαν Γκογκ. Λίγο καιρό αργότερα, το πινέλο του Βαν Γκογκ αποτυπώνει το ανήσυχο πρόσωπο του γιατρού (προσωπογραφία του γιατρού Γκασέ)
Με τα λουλούδια καστανιάς και το βάζο με γαρίφαλα και άσπρους μενεξέδες, δημιουργεί δύο ακόμη έργα με λουλούδια, που διαφέρουν όμως πολύ από τα έργα της παρισινής περιόδου. Τα κίτρινα και τα λαμπερά χρώματα έχουν εξαφανιστεί και στη θέση του βρίσκουμε χρώματα ζεστά ,αλλά πιο συγκρατημένα. Στις «Αχυρένιες στέγες στην Κορντεβίλ» βλέπουμε στο τοπίο που περιβάλλει τον Βαν Γκογκ την παλλόμενη από εντάσεις εξοχή της περιοχής της Οβέρ. Ο Τεό έρχεται να τον επισκεφθεί με τη γυναίκα του και το γιό του. Η συνάντηση αυτή δίνει μεγάλη χαρά στον Βαν Γκογκ. Χαρίζει στον ανιψιό του, που έχει το όνομά του, μία απ´ τις φωλιές πουλιών που μάζευε παιδί και που τις φύλαγε ως φυλαχτό. Εκθέτει στον αδερφό του την επιθυμία του για μια κοινή ζωή, και εκείνος φαίνεται να την εγκρίνει. Σχεδιάζουν να πάρουν ένα σπίτι στην εξοχή και να εγκατασταθούν όλοι μαζί. Κάνουν όνειρα
. Ο Τεό όμως έχει οικονομικές δυσκολίες και η υγεία του είναι ασταθής. Καθυστερεί να καταβάλει τα ποσά που συνήθως δίνει στον Βαν Γκογκ. Εκείνος νιώθει εγκαταλελειμμένος γι´ αυτούς και για διάφορους άλλους λόγους. Το δραματικό του «Σταροχώραφο με τα Κοράκια» ανήκει στην περίοδο εκείνη. Μια και ο αδερφός του δεν έρχεται να τον επισκεφθεί, αποφασίζει να πάει εκείνος να τον βρει στο Παρίσι. Η συνάντησή του με τον αδερφό του και τη νύφη του, μια Κυριακή στις αρχές του Ιουλίου, καταλήγει σε καβγά. Ο Βαν Γκογκ έχει την εντύπωση ότι όλα γκρεμίζονται γύρω του. Ο Γκασέ λείπει για δουλειές και δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Ο Βαν Γκογκ περνά την 14η Ιουλίου ολομόναχος. Σ´ ένα γράμμα του στον Τεό, στις 23 Ιουλίου, του μιλά για τη ματαιότητα της ζωής. Στις 27 Ιουλίου, ημέρα Κυριακή, ο Βαν Γκογκ κατευθύνεται προς τα σταροχώραφα, όπως τόσες άλλες φορές. Δεν έχει όμως μαζί του ούτε πινέλα, ούτε καβαλέτο, μόνο ένα περίστροφο για να χτυπήσει κοράκια. Σε μια στιγμή βαθιάς απελπισίας, το στρέφει στον εαυτό του. Τραυματισμένος κατορθώνει να φτάσει μέχρι το καφενείο Ραβού, όπου έχει νοικιάσει ένα δωμάτιο. Ο γιατρός Γκασέ ειδοποιείται και σπεύδει να τον σώσει. Διαπιστώνει όμως ότι η σφαίρα δε γίνεται να αφαιρεθεί. Όταν το επόμενο πρωί φτάνει ο Τεό, βρίσκει τον αδερφό του καθισμένο ήσυχα στο κρεβάτι του να καπνίζει την πίπα του. κουβεντιάζουν όλη τη μέρα στα Ολλανδικά και ξαναβρίσκουν τη συμπόνια του παλιού καλού καιρού. Το βράδυ ο Τεό δε φεύγει. Ξαπλώνει δίπλα του στο ίδιο κρεβάτι. Ο Βαν Γκογκ πεθαίνει έτσι, κοντά στον Τεό, γύρω στη μιάμιση τα ξημερώματα στις 28 Ιουλίου 1890.
Όταν ο Βαν Γκογκ ζωγράφιζε τον κάπως σκυθρωπό πίνακα της τοπικής εκκλησίας στην Ωβέρ (1890), δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο εφημέριός της θα αρνούταν να τον θάψει στο νεκροταφείο, λίγες εβδομάδες αργότερα, επειδή είχε αυτοκτονήσει. Παρά την κατάσταση του ταραγμένου μυαλού του, που είχε επιδεινωθεί από τα οικονομικά προβλήματα του αδερφού του, ο ζωγράφος ήταν πολύ ήρεμος και διαυγής στις εκτιμήσεις του: «Το κτίριο είναι βιολετί πάνω σ´ έναν ουρανό σε απλό βαθύ μπλε, καθαρό κοβάλτιο, τα παράθυρα με τα χρωματιστά τζάμια φαίνονται σαν γαλάζιες κηλίδες και η στέγη είναι βιολετιά και εν μέρει πορτοκαλιά»)
|  | |  |
|